Συνέντευξη: Δημήτρης Οικονόμου: “Αν ο Μ.Χρυσοχοϊδης αποφύγει την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, ο Πρωθυπουργός οφείλει να τον αποπέμψει!”

Η πρόταση του Αναπληρωτή Γραμματέα Επικοινωνίας του ΚΙΝΑΛ, για την αντιμετώπιση της αστυνομικής βίας.

Ο Αναπληρωτής Γραμματέας Επικοινωνίας του Κινήματος Αλλαγής, Δημήτρης Οικονόμου, παραχώρησε συνέντευξη με αφορμή και τα πρόσφατα γεγονότα στην Νέα Σμύρνη, στον Δημοσιογράφο του “The Socialist” , Παντελή Αλεξόπουλο.

Ο Δημήτρης Οικονόμου, αφού άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για την όξυνση της κοινωνικής έντασης, πρότεινε συγκεκριμένο πλάνο αντιμετώπισης της αστυνομικής βίας, δίνοντας έμφαση στην παιδεία των αστυνομικών.

Στη συνέχεια αφού υπερτόνισε τα προβλήματα που προκύπτουν από την κακή διαχείριση της πανδημικής κρίσης από την κυβέρνηση, αναφέρθηκε και στην ανάγκη του Κινήματος Αλλαγής να μεγαλώσει τα ποσοστά του μπροστά στην “πτώση” του αφηγήματος της “άτρωτης κυβέρνησης Μητσοτάκη”.

Τέλος, αναφορικά με την “Προοδευτική Διακυβέρνηση”, ο Κος Οικονόμου, έθεσε το πλαίσιο προς διαβούλευση για την επίτευξη μιας κυβέρνησης της Προόδου που τόσο πολύ ανάγκη έχει ο τόπος ενώ κράτησε αποστάσεις σχετικά με το ενδεχόμενο “συζήτησης” ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ.

 

Αναλυτικά η Συνέντευξη του Δημήτρη Οικονόμου:

 

Το δόγμα “βία και καταστολή” βρίσκεται σε εφαρμογή από την ΕΛ.ΑΣ με την πολιτική “επίβλεψη” από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο αυτό; 

Ασφαλώς, οι προσλήψεις αστυνομικών εκτός ΑΣΕΠ, η ελλιπής τους εκπαίδευση και η αποφυγή εφαρμογής προτάσεων της «επιτροπής Αλιβιζάτου» έχουν αρνητικές συνέπειες στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και στην δημοκρατική παιδεία των αστυνομικών. Την ίδια στιγμή ο δημόσιος χώρος φορτίζεται επικίνδυνα εδώ και καιρό από διχαστικές δηλώσεις και από ανοχή σε φαινόμενα αστυνομικής βίας.

Αλλά η Νέα Σμύρνη, δεν ήταν μια ακόμα περίπτωση αχρείαστης αστυνομικής βίας. Ήταν μια ακόμα προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει με την αστυνομία τα δικά της λάθη. Ήταν η αστοχία της εντολής στην Αστυνομία να αποδείξει ότι τα μέτρα κατά της πανδημίας που επιβάλλονται και διαρκούν  και αλλάζουν και επανέρχονται και διαρκούν (δηλαδή μας πηγαίνουν από κύμα σε κύμα) είναι σωστά, αρκεί να τα επιβάλλει με αυξημένη αυστηρότητα. Η εντολή δόθηκε από τον υπουργό προστασίας του πολίτη, ο οποίος και καλείται να αναλάβει την ευθύνη της λήψης της και να παραιτηθεί, πριν τα πράγματα ξεφύγουν εντελώς.

Οι δημοκράτες πολίτες όμως έχουμε ακόμα ένα χρέος. Να απομονώσουμε, από όπου και αν αυτά προέρχονται, τα περιστατικά βίας, όσους τα υποκινούν και όσους προσπαθούν να τα εκμεταλλευτούν πολιτικά. Να χτίσουμε ένα ισχυρό τείχος δημοκρατίας απέναντι σε όσους προσπαθούν να μας διχάσουν.

 

Ποιό το σχόλιό σας σχετικά με όλα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας με την χρήση αναίτιας βίας από την Αστυνομία σε πολίτες -και όχι μόνο;

Αν ο υπουργός αποφύγει την ανάληψη της ευθύνης που του αναλογεί οφείλει να τον αποπέμψει ο πρωθυπουργός. Αυτός άλλωστε τον τοποθέτησε και έχει το καθήκον να συμψηφίζει τις αρμοδιότητες και ευθύνες των υπουργών που  επέλεξε. Ο πρωθυπουργός όμως έχει και έναν πρόσθετο λόγο αλλαγής πολιτικής και υπουργού προστασίας του πολίτη: δεν έχουμε την πολυτέλεια σήμερα να αφήσουμε μια ακόμα αντιπαράθεση, αυτήν ανάμεσα στους αστυνομικούς και τους πολίτες να ενταθεί.

 

 Έναν χρόνο μετά το πρώτο lockdown στην Ελλάδα, βρισκόμαστε σε ίδια κατάσταση καραντίνας με χιλιάδες κρούσματα ημερησίως, το Ε.Σ.Υ “στα όριά του” και το πρόγραμμα εμβολιασμού να εξελίσσεται σε “project για λίγους και εκλεκτούς” του “γαλάζιου” επιτελικού κράτους. Πως θα βγούμε από  το τέλμα; Πως κρίνετε κυβέρνηση-αντιπολίτευση στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την πανδημία; 

Είναι αλήθεια ότι η απειλή του COVID 19 είναι πρωτοφανής, αλλά και πολύπλευρη. Ο χαρακτήρας της είναι υγειονομικός κατ’ αρχήν, δεν είναι όμως αμελητέες και οι οικονομικές, κοινωνικές και δημοκρατικές του παρενέργειες. Ακριβώς γι’ αυτό, η πρώιμη, αβάσιμα αισιόδοξη, κυβερνητική προσέγγιση τόσο για τις επιπτώσεις, όσο και για την διάρκεια της αναμέτρησής μας με την απειλή αποτέλεσε ένα καίριο λάθος με συνέπειες τις οποίες πληρώνουμε ακόμα. Όπως πληρώνουμε την τακτική της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την πανδημία με έκτακτα και εν τέλει αναποτελεσματικά μέτρα ενίσχυσης του ΕΣΥ αντί για μόνιμη ενίσχυση με προσλήψεις ιατροφαρμακευτικού προσωπικού και μόνιμη αύξηση της χρηματοδότησης του. Για αυτά βέβαια θα ήταν προϋπόθεση ένα μεγάλο mea culpa όσων υποστήριζαν την αποδυνάμωση της δημόσιας υγείας για χάρη των ιδιωτών.

Στα παραπάνω  δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί και η ανευθυνότητα της ανοχής καθημερινών βομβαρδισμών της κοινής γνώμης από ειδικούς και «ειδικούς», οι παλαιοκομματικές πρακτικές κυβερνητικών παραγόντων αλλά και η υποτίμηση της απειλής από μεριά της αντιπολίτευσης. Το αποτέλεσμα είναι να έχουν σπάσει τα νεύρα των περισσότερων συμπολιτών μας και να είμαστε σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να είμαστε.

 

 Το Κίνημα Αλλαγής, δημοσκοπικά , συνεχίζει να μην παίρνει τα προσδοκώμενα ποσοστά, αντίθετα παρατηρείται μια “στασιμότητα” μεταξύ 5,7-7-7%. Γιατί συμβαίνει αυτό; Τι πρέπει να αλλάξει; 

Η πανδημία σε μεγάλο βαθμό έχει αναστείλει όλες τις κοινωνικές συναναστροφές εδώ και ένα χρόνο. Αυτό κάνει εξαιρετικά δύσκολη την πολιτική μας δουλειά με την κοινωνία. Η πολιτική δράση σε κάθε γειτονιά, χωριό και σπίτι, αυτή η δράση μας λείπει. Εμείς βέβαια μέσα σε αυτές τις πρωτοφανείς συνθήκες κάνουμε το πατριωτικό μας καθήκον δημιουργικής αντιπολίτευσης με κατάθεση υλοποιήσιμων προτάσεων πολιτικής. 

Δυστυχώς αυτή τη δημιουργική διάθεση και τη πραγματική αγωνία δεν βρίσκει ανοιχτά αυτιά στη πλευρά της κυβέρνησης. Αντίθετα με περίσση αλαζονεία έχει εκλάβει την στήριξη που της παρείχε η κοινωνία στην πρώτη φάση της πανδημίας ως λευκή επιταγή. Έτσι έχουμε φαινόμενα που θυμίζουν παλιές εποχές Δεξιάς, εμβολιασμοί εκτός σειράς, δόγμα «νόμος και τάξη», επικοινωνία κενή περιεχομένου, μέτρα για όλους εκτός από τους ίδιους, όπως είδαμε στη Πάρνηθα και την Ικαρία.

Κάπως έτσι το αφήγημα μιας άτρωτης κυβέρνησης πέφτει με πάταγο μπροστά στις πολλαπλές αποτυχίες. Η κοινωνία έχει αρχίσει να ψάχνει εναλλακτική που δεν την βρίσκει στην αξιωματική αντιπολίτευση η οποία φαίνεται δέσμια του παρελθόντος της. Είναι η δική μας δουλειά να δείξουμε το δρόμο μπροστά στην κοινωνία που αγωνιά και να την εκπροσωπήσουμε πολιτικά και εκλογικά.

 

Πως σχολιάζετε την φράση του Γ.Παπανδρέου , “προοδευτική διακυβέρνηση”; Υπάρχει περιθώριο “συνεννόησης” με τα υπόλοιπα κόμματα της κεντροαριστεράς; 

«Προοδευτική Διακυβέρνηση» σημαίνει μια διαφορετική πορεία από αυτήν που ακολουθούμε τα τελευταία χρόνια με τα γνωστά αρνητικά αποτελέσματα. Μια εναλλακτική της «συντήρησης του τέλματος». Η ιδέα της κερδίζει έδαφος στον ελληνικό λαό κάθε μέρα, παρά την λυσσαλέα αντίσταση του κατεστημένου. Με πιο διαδεδομένη διαστρέβλωση ότι «προοδευτική διακυβέρνηση» σημαίνει συγκόλληση ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ, κάτι που καμία πλευρά δεν επιδιώκει. Όπως έχουν τα πράγματα, «Προοδευτική Διακυβέρνηση» απαιτεί πολιτικό πρόγραμμα με προτεραιότητες την αντιστροφή των ανισοτήτων, τη δημιουργία νέων ευκαιριών, την ενίσχυσης των μη προνομιούχων, την στήριξη της εργασίας, την θωράκιση της Δημοκρατίας και των θεσμών της, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τέλος απαιτεί την ενεργοποίηση κάθε πολίτη ώστε να γίνει κτήμα της κοινωνίας το πρόγραμμα αυτό για να βελτιωθούν οι συνθήκες της ζωής μας στην Ελλάδα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ