Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υποκλοπές: Οι αγωγές των θυμάτων του Predator ανοίγουν ξανά τον φάκελο της κατασκοπείας

Published

on

Νέες δικαστικές εξελίξεις δρομολογούνται στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, καθώς οι πρώτες αγωγές των θυμάτων του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο διερεύνησης ακόμη και του αδικήματος της κατασκοπείας. Πέντε μήνες πριν από τη δίκη σε δεύτερο βαθμό των τεσσάρων καταδικασθέντων για την υπόθεση, τα θύματα διεκδικούν αποζημιώσεις συνολικού ύψους 7,5 εκατ. ευρώ, στρεφόμενα όχι μόνο κατά των ήδη καταδικασμένων αλλά και κατά συνολικά 13 προσώπων που φέρονται να είχαν εμπλοκή στην ανάπτυξη, διάθεση και χρήση του Predator.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, οι αγωγές περιλαμβάνουν και πρόσωπα τα οποία μέχρι πρότινος δεν είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της ποινικής διερεύνησης. Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η αστική διαδικασία ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για νέες αποκαλύψεις, καθώς οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές αξιώσεις και εξετάζουν τη στάση που θα τηρήσουν στις επικείμενες δικαστικές διαδικασίες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην αγωγή της πρώην διευθύντριας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ., Πηνελόπης Μηνιάτη, η οποία υποστηρίζει ότι παρακολουθούνταν τόσο μέσω του Predator όσο και από την ΕΥΠ, ενώ λόγω της θέσης της διαχειριζόταν πληροφορίες που αφορούσαν κρίσιμα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Στην αγωγή της περιγράφει ότι, μέσω του κακόβουλου λογισμικού, οι χειριστές του Predator μπορούσαν να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στις τηλεφωνικές επικοινωνίες, στα αρχεία, στην κάμερα και στο μικρόφωνο του κινητού της τηλεφώνου. Όπως επισημαίνει, αυτό σήμαινε ότι ήταν δυνατόν να παρακολουθούν συνομιλίες με την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, εισαγγελικές αρχές, στελέχη ξένων πρεσβειών, διεθνών οργανισμών, καθώς και υπηρεσιακές επαφές που σχετίζονταν με την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και υποθέσεις κατασκοπείας.

Advertisement

Η ίδια αναφέρει ακόμη ότι, κατά τη διάρκεια της θητείας της, χειρίστηκε υποθέσεις που αφορούσαν διερεύνηση κατασκοπείας σε Ρόδο και Σάμο, υποθέσεις διεθνούς τρομοκρατίας, ζητήματα λειτουργίας της Εθνικής Βάσης DNA, καθώς και επιχειρήσεις οικονομικού εγκλήματος σε συνεργασία με την ΑΑΔΕ. Οι αναφορές αυτές θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες, καθώς ενισχύουν τον ισχυρισμό ότι η παρακολούθηση δεν αφορούσε μόνο προσωπικά δεδομένα, αλλά ενδεχομένως και πληροφορίες που σχετίζονταν άμεσα με την εθνική ασφάλεια.

Υπό αυτά τα δεδομένα, έγκυρες δικαστικές πηγές εκτιμούν ότι οι νέες αγωγές και τα στοιχεία που εισφέρουν ενδέχεται να οδηγήσουν σε επαναξιολόγηση της υπόθεσης και να επαναφέρουν στο προσκήνιο τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας, προσδίδοντας νέα διάσταση σε μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημόσια ζωή τα τελευταία χρόνια.

Advertisement