Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Χρήστος Δούκας: “Αισθητική και πολιτική – Φίλοι ή ξένοι;”

Published

on

«Πρόεδρε δεν αρέσουμε». Όταν η Μελίνα Μερκούρη διατύπωσε την πασίγνωστη φράση σε κάποια συνεδρίαση του ΕΓ του ΠΑΣΟΚ, αναφερόταν σε μια περίοδο κάμψης της εκλογικής επιρροής του κόμματος.

Όμως η φράση απέκτησε ένα διαχρονικό χαρακτήρα, γιατί έθιξε ξανά, με αυθεντικό τρόπο, μια παμπάλαια σχέση από την εποχή του Πλάτωνα: τη σχέση μεταξύ πολιτικής και αισθητικής.

Με το ανεπτυγμένο καλλιτεχνικό της αισθητήριο η Μελίνα «διάβασε» κάτω από τα επιφαινόμενα μια αλλαγή στις κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές, που δεν συμβάδιζαν με τις καθιερωμένες μορφές διακυβέρνησης.

Η αισθητική της πολιτικής που έφερε στην επιφάνεια δεν περιορίζεται απαραίτητα μόνο στην τέχνη και στους ταγούς της, αλλά εστιάζει σε δράσεις και δραστηριότητες που αποτελούν μέρος μιας γενικότερης πολιτικής, της «πολιτικής του αισθητού».

Advertisement

Έχει βέβαια σχέση με τη γλωσσική αίσθηση του πολιτικού λόγου, όπως επισήμανε σε ανάρτησή του ο Σιακαντάρης, αποδίδοντας την ξύλινη κομματική εκφορά στην έλλειψη γλωσσικής/λογοτεχνικής παιδείας: «Οι πολιτικοί δεν διαβάζουν λογοτεχνία».

Το θέμα είναι ευρύτερο και έχει να κάνει με τον προσδιορισμό της αισθητικής ως το χώρο του αισθητού· τον χώρο που εστιάζει στο τι μπορεί να ειπωθεί και από ποιους, ποιοι γνωρίζουν, ποιοι αποκλείονται, πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα.

Με τον τρόπο αυτό αισθητική και πολιτική συμβιώνουν σαν αυτόνομες αλλά αλληλοσυνδεόμενες οντότητες, στις οποίες η αισθητική φαίνεται να εμπεριέχεται έμμεσα στην πολιτική, καθώς η τελευταία περιλαμβάνει τόσο την κατανόηση όσο και τη συμμετοχή. Και αντίστροφα, η πολιτική είναι αισθητική καθώς καθορίζει τι μπορεί να φανεί και τι να ειπωθεί.

Με άλλα λόγια, η πολιτική της αισθητικής ή η αισθητική της πολιτικής, πολύ περισσότερο από μια διαπάλη για την εξουσία και τη διακυβέρνηση, καθορίζεται από το πώς αισθανόμαστε, πώς κατανοούμε, βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε και ούτω καθεξής.

Advertisement

Και ταυτόχρονα, σημαίνει πώς συγκινούμαστε και επηρεαζόμαστε από αυτό που αισθανόμαστε. Αυτός ο διττός χαρακτήρας της αίσθησης – αίσθηση και νοηματοδότηση μαζί – επιτρέπει στην αισθητική να συγκλίνει με την πολιτική.

Η διεύρυνση της πολιτικής ώστε να συμπεριλάβει και τις όψεις της αισθητηριακής συμπεριφοράς γίνεται περισσότερο ορατή στις μέρες μας. Είναι φανερή η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να δώσει λύσεις που να ανταποκρίνονται στο εκλογικό σώμα.

Αντίθετα, διαπιστώνεται μια τάση μετατόπισης των εκλογέων προς ακραίες δεξιές επιλογές και διογκούμενη αποστασιοποίηση από την πολιτική. Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν το ανεξήγητο της εκλογικής συμπεριφοράς, όταν π.χ. σε ευάριθμους εκλογείς η αντιμετώπιση των ανισοτήτων δεν συμβαδίζει με πολιτικές επιλογές υπέρ της ισότητας, αλλά αντίθετα με επιλογές που ενισχύουν την κυριαρχία του κεφαλαίου.

Φαίνεται ότι υπάρχει ένα κενό μεταξύ της δημοκρατικής διακυβέρνησης στην επιφάνεια και της έλλειψης δημοκρατίας στην καθημερινή ζωή. Το κενό γίνεται αισθητό και λόγω της αδυναμίας δημοκρατικής παρέμβασης στη βάση, οπότε ο κόσμος των συναισθημάτων διοχετεύεται σε ακραίες κομματικές εκδοχές.

Advertisement

Η κατάσταση βιώνεται σαν έλλειψη εμπιστοσύνης της βάσης απέναντι στην καθιερωμένη ιεραρχία του συστήματος.

Και καθώς ο Θ. Μαργαρίτης σε ανάρτησή του μας υπενθύμισε τον φιλόσοφο Ζακ Ρανσιέρ και τη ρήση του για τη «Δημοκρατία χωρίς λαό», παίρνουμε και εμείς την ευκαιρία να σταθούμε σε μια βασική αρχή της «πολιτικής αισθητικής» του Ρανσιέρ: την αρχή που βασίζεται στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

Αν απεμπολήσουμε την αρχή αυτή, υποστηρίζει, θα οδηγηθούμε σε ατραπούς που θα αναιρούν συνεχώς τον ορθό λόγο μέσα στον κυκεώνα των πληροφοριών· στην σύγχυση μεταξύ πραγματικού και εικονικού· στην αποδέσμευση απρόβλεπτων εξελίξεων σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δράσης· στην αγοραία λογική.

Ενώ αντίθετα, η ισότητα είναι το κλειδί για τον συνδυασμό ορθοφροσύνης και συναισθήματος· για την εμβάπτιση, κατανόηση και ερμηνεία των ανθρώπινων συμπεριφορών στην εποχή του διαδικτύου· αλλά και για τους βαθείς μετασχηματισμούς στη λειτουργία θεσμών και προσώπων, ώστε να έρθουν στην επιφάνεια καινούργιες μορφές οργάνωσης και πραγμάτωσης της κοινωνικής και προσωπικής ζωής.

Advertisement

Ορισμένοι, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι οι λύσεις είναι μια από τα ίδια σε μεγαλύτερες δόσεις: μεγαλύτερη ποδηγέτηση και εξαρτήσεις από ΜΜΕ, περισσότερες παροχές επιδομάτων-δελεασμού, περισσότερο κομματικό-πελατειακό σύστημα, περισσότερες (κοστολογημένες) προτάσεις-υποσχέσεις επίλυσης για κάθε θέμα, αρκεί να μην θιγούν οι έχοντες-κατέχοντες.

Και αν αυτά δεν αποδίδουν, τότε περισσότερες εκστρατείες ενημέρωσης του λαού για το πώς πρέπει να σκεφτεί (!). Σαν μια εικόνα στασιμότητας, σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Στις μέρες μας βιώνονται καθημερινά, με οδυνηρό τρόπο, γνωστές καταστάσεις περιορισμού/υπονόμευσης των αρχών της δημοκρατικής ζωής, της δικαιοσύνης και της δημόσιας λογοδοσίας. Παραφράζοντας το γνωστό του Μιχάλη Κατσαρού: «Δημοκρατία ανάπηρη πάλι μας τάζουν».

Οι καιροί είναι δύσκολοι. Η αισθητηριακή εμπειρία, μέσα σε τόσες σύνθετες επιδράσεις, γίνεται επίκεντρο της πολιτικής.

Advertisement

Γι’ αυτό αξίζει να ξανασκεφτούμε τους αρμούς που συνδέουν τις εμπειρίες της ζωής, ώστε να καταλάβουμε τι συμβαίνει, ανιχνεύοντας τα όρια μεταξύ ορατού και αόρατου, κοντινού και μακρινού, παρόντος και απόντος.

Έχοντας πάντα κατά νου ότι η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων μπορεί να εκφραστεί κατεξοχήν από τους μη έχοντες προνόμια ισχύος… Για μια διεκδίκηση αλλαγής από τα βάθη της κοινωνίας.

Τότε η Μελίνα, από τις εσχατιές της απεραντοσύνης, θα μπορεί να χαμογελά δικαιωμένη…

Advertisement
Advertisement