ΓΝΩΜΕΣ
“Το ρευστό τοπίο στον προοδευτικό πολιτικό χώρο εν αναμονή νέων κομματικών σχηματισμών”
Γιώργος Καφεντζής
Προπτυχιακός Φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Το πολιτικό σκηνικό της χώρας διανύει περίοδο παρατεταμένης και εντεινόμενης ρευστότητας, με επίκεντρο τον χώρο της κεντροαριστεράς αλλά και με εμφανείς δονήσεις στη δεξιά και την άκρα δεξιά. Νέα πολιτικά εγχειρήματα βρίσκονται υπό διαμόρφωση ή συζητούνται έντονα, με πιο χαρακτηριστικά την πιθανή επάνοδο του Αλέξη Τσίπρα, την εξίσου πιθανή πολιτική κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού και το αναμενόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά. Από τα παλαιότερα κόμματα, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλεί η επίμονη στασιμότητα του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά των αντιπάλων του.
Στο ήδη ασταθές πολιτικό περιβάλλον προστίθεται το ενδεχόμενο ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Εφόσον υλοποιηθεί, θα πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στον χώρο της δεξιάς. Ένα τέτοιο εγχείρημα δύσκολα μπορεί να διεκδικήσει κυβερνητική προοπτική, μπορεί όμως να προκαλέσει ουσιαστική φθορά στη Νέα Δημοκρατία, αποσπώντας ψηφοφόρους που αποδοκιμάζουν τον τεχνοκρατικό και κεντρώο προσανατολισμό της σημερινής ηγεσίας. Η απήχησή του θα εξαρτηθεί λιγότερο από την ύπαρξη ενός συνεκτικού προγράμματος και περισσότερο από την ικανότητά του να κεφαλαιοποιήσει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια γύρω από ζητήματα θεσμών, διαφάνειας και κοινωνικών ανισοτήτων, μετατρέποντάς τη σε πολιτική πίεση προς το Μαξίμου.
Η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή εμφανίζει, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αξιοσημείωτη δυναμική. Η απήχησή της εδράζεται σε ένα υπαρκτό κοινωνικό συναίσθημα: την κόπωση από το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό, την απαίτηση για ηθική ανανέωση και την αναζήτηση μιας «αυθεντικής» εκπροσώπησης. Ωστόσο, το πολιτικό της μήνυμα παραμένει θολό, ενώ η δυνατότητα στελέχωσης και ουσιαστικής πολιτικής συγκρότησης είναι αβέβαιη. Η εμπειρία δείχνει ότι προσωποκεντρικά εγχειρήματα χωρίς πολιτική επάρκεια, κοινωνική γείωση και θεσμική εμπειρία σπανίως αντέχουν στον χρόνο.
Προς το παρόν, η Καρυστιανού ευνοείται από την ασάφεια. Όσο η ιδεολογική της ταυτότητα παραμένει απροσδιόριστη, λειτουργεί ως «δοχείο προσδοκιών» για ετερόκλητα ακροατήρια. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της: όσο πιο κοντά στις εκλογές ιδρύσει κόμμα, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό μπορεί να αποσπάσει, αξιοποιώντας το ηθικό κεφάλαιο που απέκτησε ως εμβληματικό πρόσωπο της υπόθεσης των Τεμπών. Αντιθέτως, όσο ξεκαθαρίζει το ιδεολογικό της στίγμα –με ενδείξεις μάλιστα δεξιάς απόκλισης– τόσο θα αρχίσει να χάνει στήριξη, καθώς τμήματα του κεντροαριστερού ακροατηρίου που είχαν προβάλει πάνω της διαφορετικές προσδοκίες θα αποστασιοποιούνται.
Ανάμεσα στην πιθανή επιστροφή Τσίπρα και στην άνοδο της Καρυστιανού, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει με οριστική καθήλωση. Παρά τις προσπάθειες ανασύνταξης που κατέβαλε την περίοδο της αποσύνθεσης του ΣΥΡΙΖΑ, η εκλογική του επιρροή παραμένει εγκλωβισμένη στη ζώνη του 12%. Πρόκειται για ποσοστό που εξασφαλίζει πολιτική επιβίωση, όχι όμως ηγεμονικό ρόλο στον χώρο της κεντροαριστεράς. Η αδυναμία του να αρθρώσει πειστικά μια σύγχρονη, κοινωνικά ριζωμένη σοσιαλδημοκρατική πρόταση το καθιστά ευάλωτο στις πρωτοβουλίες τρίτων.
Ιδίως απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, του οποίου το ενδεχόμενο νέο κόμμα είναι πολύ πιθανό να απομειώσει τα σχήματα που προήλθαν από τον παλιό ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ –Πλεύση Ελευθερίας, Κίνημα Δημοκρατίας, Νέα Αριστερά και τον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ–, ενώ δεν αποκλείεται να προσελκύσει και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα κατορθώσει να προσπεράσει δημοσκοπικά τη Χαριλάου Τρικούπη, αναδεικνυόμενος στον κεντρικό πόλο υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στη διαφθορά, την ακρίβεια και την ατιμωρησία.
Η απάντηση θα εξαρτηθεί κυρίως από δύο παράγοντες, κανένας εκ των οποίων δεν ελέγχεται από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Ο πρώτος αφορά τη δυναμική της Καρυστιανού και το αν θα διατηρήσει τα σημερινά της ποσοστά όταν αποσαφηνίσει τον ιδεολογικό της προσανατολισμό. Ο δεύτερος αφορά τον ίδιο τον Τσίπρα και το αν θα καταφέρει να πείσει ότι δεν επιστρέφει με μια απλή κεντρώα ολίσθηση, αλλά με μια νέα πολιτική πρόταση που απαντά στις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.
Εν κατακλείδι, ο χώρος της κεντροαριστεράς βρίσκεται μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων. Η πολυδιάσπαση αποτελεί ταυτόχρονα κρίση και ευκαιρία. Κάποιοι από τους νέους παίκτες ενδέχεται να ξεχωρίσουν, όμως χωρίς σαφές ιδεολογικό στίγμα, αξιόπιστο πολιτικό προσωπικό και πειστικό αφήγημα εξουσίας, τα περισσότερα εγχειρήματα κινδυνεύουν να αποδειχθούν παροδικά.
Η έμπνευση για το παρόν άρθρο προέκυψε από συζήτηση με τον καθηγητή Δημόσιας Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Χάρη Αθανασιάδη, γύρω από τη ρευστότητα του σύγχρονου πολιτικού σκηνικού και τις ανακατατάξεις στον χώρο της κεντροαριστεράς.
