Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καστανίδης στο Documento: Προοδευτική σύγκλιση ή στρατηγικό κενό

Published

on

Σε μια συγκυρία όπου η πολιτική σκηνή μοιάζει παγιδευμένη ανάμεσα στη φθορά της κυβερνητικής παντοδυναμίας και στον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, η παρέμβαση του Χάρη Καστανίδη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του κόμματος δεν αρκείται σε γενικόλογες διακηρύξεις περί «προοδευτικής ενότητας», αλλά θέτει με σαφήνεια το κρίσιμο διακύβευμα: χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο και χωρίς πραγματική πρόθεση σύμπραξης απέναντι στη Δεξιά, κάθε πρόσκληση διαλόγου κινδυνεύει να μείνει κενό γράμμα.


Ο Χάρης Καστανίδης αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για «τραπέζια διαλόγου» στο πλαίσιο του επικείμενου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ. Αναγνωρίζει ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα, μόνο όμως εφόσον εντάσσονται σε μια στρατηγική προγραμματικής σύγκλισης και εκλογικής σύμπραξης των προοδευτικών δυνάμεων. Διαφορετικά, όπως επισημαίνει, στερούνται στρατηγικού στόχου και λειτουργούν περισσότερο ως επικοινωνιακή άσκηση παρά ως πολιτική πρωτοβουλία με προοπτική εξουσίας.


Στον πυρήνα της τοποθέτησής του βρίσκεται η διαπίστωση ότι ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς ευνοεί αντικειμενικά τη Δεξιά και την ακροδεξιά. Ο Καστανίδης μιλά για μια συντηρητική διακυβέρνηση που οξύνει τις κοινωνικές ανισότητες, υπονομεύει τους κανόνες της δημοκρατίας και της διαφάνειας και αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων. Σε αυτό το περιβάλλον, υπογραμμίζει, η κοινωνία αναζητά βάσιμη ελπίδα πολιτικής αλλαγής και όχι αποσπασματικές κινήσεις αυτοσυντήρησης των κομματικών μηχανισμών.

Advertisement


Η πρόταση για ανάληψη πολιτικής πρωτοβουλίας από προσωπικότητες κύρους δεν διατυπώνεται ως αφηρημένη ευχή, αλλά ως ανάγκη υπέρβασης κομματικών και προσωπικών ιδιοτελειών. Ο πρώην υπουργός μιλά για «ώρα αποφάσεων και υπερβάσεων», υπενθυμίζοντας ότι η Ιστορία δεν δικαιώνει όσους κινούνται με μικροϋπολογισμούς, αλλά όσους τολμούν να ανοίξουν νέους δρόμους με κριτήριο το συμφέρον της κοινωνίας και της πατρίδας. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείει καμία προσωπικότητα από μια τέτοια σύγκλιση, συμπεριλαμβανομένου και του Αλέξη Τσίπρα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ξεκάθαρη θέση του για τις μετεκλογικές συνεργασίες. Ο Καστανίδης επαναφέρει την ανάγκη ρητής συνεδριακής δέσμευσης ότι δεν θα υπάρξει καμία συνεργασία με τη Δεξιά μετά τις εκλογές, ακόμη κι αν δεν καταστεί εφικτή η προοδευτική σύμπραξη πριν από αυτές. Κατά τον ίδιο, ο ελληνικός λαός δικαιούται να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια είναι η πραγματική προοπτική διακυβέρνησης που του προτείνεται.


Στο ερώτημα της οργανωτικής μορφής, ο πρώην υπουργός θέτει ζήτημα ουσίας και όχι τύπου. Από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ λειτουργεί ήδη ως συνασπισμός, διερωτάται γιατί να μην ανοίξει η συζήτηση για μια ευρύτερη εκλογική συμμαχία, που θα μπορούσε προοπτικά να εξελιχθεί σε ένα νέο ενιαίο πολιτικό σχήμα, στα πρότυπα μεγάλων ιστορικών συνθέσεων της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.


Η ανησυχία του για την άνοδο της ακροδεξιάς εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όσο, όπως σημειώνει, οι προοδευτικές δυνάμεις αποτυγχάνουν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στις πολλαπλές κρίσεις, τόσο ενισχύεται ο κίνδυνος αυταρχικών εκτροπών, με ιστορικά παραδείγματα που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.


Τέλος, σχολιάζοντας την προοπτική νέων πολιτικών σχηματισμών, όπως αυτός που προαναγγέλλεται από τη Μαρία Καρυστιανού, ο Χάρης Καστανίδης κρατά αποστάσεις από το εύκολο «καινούργιο». Υπενθυμίζει ότι η κοινωνία έχει δοκιμάσει επανειλημμένα το άγνωστο, μόνο για να διαπιστώσει σύντομα ότι δεν ήταν ούτε τόσο νέο ούτε τόσο άφθαρτο. Νέο, κατά τον ίδιο, είναι ό,τι στηρίζεται σε σαφείς ιδέες με διάρκεια και συνέπεια στον χρόνο.

Advertisement


Η παρέμβαση Καστανίδη λειτουργεί, τελικά, ως καθρέφτης για το σύνολο του προοδευτικού χώρου. Το δίλημμα τίθεται χωρίς ωραιοποιήσεις: στρατηγική σύγκλιση με πολιτικό σχέδιο ή ανακύκλωση αδιεξόδων που αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στη συντηρητική κυριαρχία. Το αν θα υπάρξει απάντηση, δεν είναι πια ζήτημα ρητορικής, αλλά πολιτικής βούλησης.

Advertisement