ΓΝΩΜΕΣ
Τι είναι η “Δημοκρατία της Καθημερινότητας” και γιατί βρίσκεται σε κίνδυνο
Όταν το επιτελικό κράτος απορροφά την ισχύ και αποκεντρώνει μόνο το πολιτικό κόστος, η δημοκρατία γίνεται εμπειρία εγκατάλειψης και η αυτοδιοίκηση σάκος του μποξ
To άρθρο δημοσιεύτηκε στο ROSA.GR και το υπογράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν απειλείται το πολίτευμα, όταν χειραγωγείται η Δικαιοσύνη ή όταν καταλύεται το Κράτος Δικαίου.
Υπάρχει και η Δημοκρατία που κινδυνεύει όταν μια γειτονιά έχει έλλειψη φωτισμού.
Όταν το πεζοδρόμιο μένει σπασμένο έξω από το σπίτι ενός ηλικιωμένου.
Όταν ο παιδικός σταθμός γίνεται λοταρία.
Όταν το τσιμέντο “καταπίνει” το πράσινο.
Εκεί, στο ταπεινό υλικό της ζωής, ζει αυτό που θα έπρεπε να μας νοιάζει περισσότερο από τις μεγαλόστομες εξαγγελίες της κεντρικής εξουσίας: η Δημοκρατία της Καθημερινότητας.
Αυτή η δημοκρατία δεν έχει έδρα. Έχει διαδρομές.
Από την πολυκατοικία στο σχολείο, από τη λέσχη φιλίας στο πάρκο, από το λεωφορείο στο δημοτικό ιατρείο, από τη γειτονιά στο δημαρχείο.
Εκεί που υπάρχει κάποιος που λογοδοτεί, όχι κάποιος που περιγράφει. Εκεί που η “εξουσία” δεν είναι ένας μακρινός μηχανισμός αλλά ένα σύστημα φροντίδας, κανόνων και δικαιωμάτων που φαίνεται στην πράξη και είναι κοντά στον πολίτη, μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Και ακριβώς εδώ μπαίνουμε σε μια συζήτηση που θα έπρεπε να είναι πρώτη στην ατζέντα. Η πρωτοφανής αντιμετώπιση της κυβέρνησης και των “νόμιμων ιδιοκτητών της χώρας” προς τους Δήμους, με την υποχρηματοδότηση, τη μεταφορά ευθυνών χωρίς πόρους και την επιβαλλόμενη πειθαρχία μέσω εξάρτησης.
Αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα δημόσιας διοίκησης. Είναι ζήτημα Δημοκρατίας.
Γιατί αν αποστραγγίσεις τον Δήμο από πόρους και αρμοδιότητες, δεν κάνεις τον πολίτη πιο «υπεύθυνο» για τον εαυτό του. Τον κάνεις πιο απομονωμένο και πιο ευάλωτο. Κι ένας πολίτης που αισθάνεται μόνος, είναι πάντα πιο εύκολα χειραγωγήσιμος, πιο κυνικός, πιο έτοιμος να πιστέψει ότι «όλοι είναι ίδιοι».
Κι εδώ αρχίζει η πραγματική ζημιά για το δημόσιο συμφέρον.
Όταν οι δήμοι πιέζονται από την κυβέρνηση (όπως έγινε πάλι πρόσφατα) να χρηματοδοτούν τα στοιχειώδη από τέλη, πρόστιμα και επιβαρύνσεις, η σχέση πολίτη και θεσμού αλλάζει. Ο δήμος παύει να φαίνεται ως κοινό σπίτι και αρχίζει να φαίνεται ως εισπρακτικός μηχανισμός. Ο πολίτης δεν βλέπει την αλυσίδα ευθύνης, ούτε τις αρμοδιότητες που φορτώθηκαν χωρίς πόρους. Βλέπει μόνο τον λογαριασμό.
Και τότε η Δημοκρατία της Καθημερινότητας μετατρέπεται σε μόνιμη γκρίνια χωρίς στόχο, σε θυμό προς λάθος κατεύθυνση και σε δυσπιστία που γίνεται πολιτική κουλτούρα.
Αυτό ακριβώς βολεύει την κεντρική εξουσία. Διότι ο θυμός που ξεσπά προς τα κάτω δεν απειλεί την κορυφή. Ο δήμαρχος γίνεται σάκος του μποξ. Ο δημοτικός υπάλληλος γίνεται ο «τεμπέλης». Η υπηρεσία γίνεται η «ανίκανη». Η γειτονιά μένει με τη βεβαιότητα ότι «δεν γίνεται τίποτα».
Η Δημοκρατία της Καθημερινότητας κινδυνεύει γιατί οι Δήμοι είναι το μόνο επίπεδο διακυβέρνησης όπου η πολιτική συναντά την πραγματικότητα χωρίς διερμηνείς.
Εκεί δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από γενικότητες.
Αν δεν έχεις φωτισμό, φαίνεται. Αν δεν έχεις σχέδιο πολιτικής προστασίας, φαίνεται. Αν δεν μπορείς να στηρίξεις τους αδύναμους, φαίνεται. Και όταν αυτός ο θεσμός υπονομεύεται, τότε η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας υπονομεύεται.
Ο υπουργός ανακοινώνει, ο δήμος πρέπει να λειτουργεί.
Ο υπουργός εξαγγέλλει, ο δήμος πρέπει να καθαρίζει.
Ο υπουργός κάνει απροσδιόριστα σχέδια για το για το μέλλον, ο δήμος πρέπει να κρατά όρθιο το σήμερα.
Γι’ αυτό η γραμμή πρέπει να είναι καθαρή. Η κυβέρνηση στραγγαλίζει τους δήμους για να ελέγχει το κράτος χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος της καθημερινότητας. Θέλει τον δήμο αρκετά δυνατό για να δέχεται την οργή, αρκετά αδύναμο ώστε να μην μπορεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού..
Το παράδειγμα της Αθήνας μετά την εκλογή του Χάρη Δούκα, είναι χαρακτηριστικό.
Η πρώτη και μοναδική νίκη της Προοδευτικής Παράταξης τα τελευταία 10 χρόνια αντιμετωπίστηκε από το Μαξίμου ως ένα πολιτικό ατύχημα που πρέπει να “διορθωθεί” με την κλασική συνταγή του επιτελικού κράτους. Αφαίρεση αρμοδιοτήτων, δημοσιονομική ασφυξία,
Το μήνυμα ήταν σαφές από την αρχή. Να μην υπάρξει στην πρωτεύουσα ένα ζωντανό προοδευτικό παράδειγμα διοίκησης που να δείχνει ότι η εξουσία μπορεί να ασκηθεί αλλιώς, με διαφάνεια, συμμετοχή, και κοινωνική ευαισθησία. Και ταυτόχρονα να σταλεί μήνυμα πειθαρχίας προς κάθε αιρετό που σκέφτεται να διεκδικήσει πραγματική αυτοδιοίκηση. Με λίγα λόγια «μπορείτε να είστε χρήσιμοι ως απορροφητήρες της δυσαρέσκειας, όχι ως πολιτικοί φορείς που μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα των πολιτών».
Αν όμως το αποδεχτούμε όλο αυτό, τότε οι δήμοι θα γίνουν ακόμα πιο μικρές διοικητικές απολήξεις ενός υπερσυγκεντρωτικού κράτους. Κι αυτό θα είναι ήττα για όλους, δεξιούς, κεντρώους, αριστερούς. Γιατί χάνεις το μόνο επίπεδο διακυβέρνησης που μπορεί να διορθώνει γρήγορα, να ακούει άμεσα και να λογοδοτεί χωρίς φίλτρα.
Στο τέλος, το ερώτημα είναι απλό. Θέλουμε δήμους που να μπορούν να προστατεύουν τους πολλούς ή δήμους που να λειτουργούν ως άλλοθι για μια κυβέρνηση που το μόνο που αποκεντρώνει είναι το πολιτικό κόστος, που ιδιωτικοποιεί τις λύσεις και κανονικοποιεί την ταλαιπωρία;
