ΓΝΩΜΕΣ
Τι είναι το “A.C.I” – Το λεγόμενο “μπαζούκα” της Ε.Ε απέναντι στον (κάθε)Τραμπ;
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Το λεγόμενο «μπαζούκα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι ούτε επικοινωνιακό πυροτέχνημα ούτε ασαφής απειλή. Είναι ένα θεσμικά κατοχυρωμένο εργαλείο γεωοικονομικής ισχύος, με σαφές νομικό αποτύπωμα και συγκεκριμένο πολιτικό στόχο: να προστατεύσει την Ένωση και τα κράτη-μέλη της από οικονομικό και εμπορικό εξαναγκασμό τρίτων χωρών, όταν αυτός χρησιμοποιείται ως μοχλός πολιτικής πίεσης. Το εργαλείο αυτό είναι το Anti-Coercion Instrument (ACI), που εγκρίθηκε οριστικά το 2023 και εντάσσεται στη στρατηγική της «ανοιχτής στρατηγικής αυτονομίας» της Ε.Ε.
Η αφετηρία του ACI δεν ήταν θεωρητική. Ήταν βαθιά πολιτική και απολύτως πραγματική. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η υπόθεση της Λιθουανίας και της Κίνας. Όταν το Βίλνιους επέτρεψε το άνοιγμα αντιπροσωπευτικού γραφείου της Ταϊβάν με το όνομα «Taiwan» και όχι «Taipei», το Πεκίνο απάντησε με σιωπηλό αλλά ασφυκτικό οικονομικό αποκλεισμό: διακοπή εισαγωγών, μπλοκάρισμα λιθουανικών προϊόντων μέσω τρίτων χωρών, πιέσεις σε ευρωπαϊκές εταιρείες να αφαιρέσουν λιθουανικά εξαρτήματα από τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Τυπικά, δεν υπήρχαν κυρώσεις. Ουσιαστικά, υπήρχε καθαρός εξαναγκασμός.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση τότε συνειδητοποίησε κάτι κρίσιμο: η ενιαία αγορά είναι ισχυρή, αλλά ανοχύρωτη, όταν τρίτες δυνάμεις εργαλειοποιούν το εμπόριο για να επιβάλουν πολιτικές αποφάσεις. Το ACI σχεδιάστηκε ακριβώς για να καλύψει αυτό το κενό.
Τι προβλέπει, λοιπόν, στην πράξη.
Το ACI επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με απόφαση του Συμβουλίου και ενισχυμένη πλειοψηφία, να χαρακτηρίσει μια ενέργεια τρίτης χώρας ως «μέσο εξαναγκασμού». Δεν απαιτείται παραβίαση διεθνούς δικαίου με την κλασική έννοια. Αρκεί να αποδειχθεί ότι μια χώρα χρησιμοποιεί οικονομικά ή εμπορικά μέτρα για να επηρεάσει πολιτικές επιλογές της Ε.Ε. ή κράτους-μέλους.
Από εκεί και πέρα, η Ένωση αποκτά ένα ευρύ οπλοστάσιο. Μπορεί να επιβάλει δασμούς ή ποσοστώσεις σε προϊόντα της χώρας αυτής, να περιορίσει ή να αναστείλει την πρόσβαση εταιρειών της στην ενιαία αγορά, να αποκλείσει επιχειρήσεις από δημόσιες συμβάσεις, να επιβάλει περιορισμούς στις υπηρεσίες, ακόμη και στον χρηματοπιστωτικό τομέα ή στις άμεσες επενδύσεις.
Πρόκειται για αντίμετρα κλιμακούμενα, στοχευμένα και πολιτικά ελεγχόμενα, όχι για αυτόματο εμπορικό πόλεμο.
Εδώ ακριβώς εντάσσεται και η συζήτηση για τον Ντόναλντ Τραμπ. Η επιστροφή του στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε –όπως και στην πρώτη του θητεία– από απειλές για οριζόντιους δασμούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα, στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας» ή της «προστασίας της αμερικανικής βιομηχανίας». Στην πράξη, τέτοιες κινήσεις λειτουργούν ως πολιτικός μοχλός: πίεση για ευθυγράμμιση της Ευρώπης σε ζητήματα εμπορίου, βιομηχανικής πολιτικής, ακόμη και γεωπολιτικών επιλογών.
Το ACI δίνει στην Ε.Ε. κάτι που μέχρι πρότινος δεν είχε: τη δυνατότητα να απαντήσει όχι αμυντικά, αλλά αποτρεπτικά. Να καταστήσει σαφές ότι αν οι ΗΠΑ επιλέξουν τον δρόμο των μονομερών δασμών και του εκβιασμού, τότε αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί ή βιομηχανικοί όμιλοι μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με περιορισμούς στην πιο πλούσια αγορά του πλανήτη.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ACI χαρακτηρίζεται «μπαζούκα»: δεν σχεδιάστηκε για καθημερινή χρήση, αλλά για να μην χρειαστεί ποτέ να χρησιμοποιηθεί, ακριβώς επειδή η απειλή του είναι αξιόπιστη.
Σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, η εικόνα είναι πιο σύνθετη αλλά εξίσου αποκαλυπτική. Η Μόσχα εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί την ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τις εμπορικές ροές ως εργαλεία πολιτικής πίεσης. Οι υφιστάμενες κυρώσεις της Ε.Ε. βασίζονται κυρίως σε καθεστώτα διεθνούς δικαίου, λόγω της εισβολής στην Ουκρανία. Το ACI, ωστόσο, λειτουργεί συμπληρωματικά: δεν αφορά μόνο την τιμωρία, αλλά την αποτροπή μελλοντικού εξαναγκασμού. Σε ένα σενάριο όπου η Ρωσία –ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη– επιχειρούσε να χρησιμοποιήσει εμπορικά αντίποινα για να διασπάσει την ευρωπαϊκή συνοχή, το ACI παρέχει ένα έτοιμο νομικό και πολιτικό πλαίσιο αντίδρασης.
Το κρίσιμο πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές.
Το Anti-Coercion Instrument δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο εμπορικής πολιτικής. Είναι δήλωση ωριμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως γεωπολιτικού δρώντα. Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις εργαλειοποιούν την οικονομία χωρίς προσχήματα, η Ε.Ε. επιχειρεί –έστω καθυστερημένα– να πάψει να είναι ο «καλός μαθητής» που δέχεται πιέσεις χωρίς αντίδραση.
Το αν αυτό το «μπαζούκα» θα χρησιμοποιηθεί ποτέ, δεν είναι τεχνοκρατικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτικό. Και εξαρτάται από το αν η Ευρώπη θα επιλέξει να υπερασπιστεί την κυριαρχία και τη δημοκρατική της αυτονομία ή αν θα συνεχίσει να υποχωρεί μπροστά σε ηγεσίες που αντιλαμβάνονται την ισχύ μόνο ως εκβιασμό.
