ΓΝΩΜΕΣ
“Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι “πακέτο προσφοράς ” – Του Γαβρή Άγγελου
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση επιχειρείται, για ακόμη μία φορά, να υποβαθμιστεί σε άσκηση πολιτικού μάρκετινγκ.
Σαν να πρόκειται για προσφορά «όλα σε ένα», όπου μια αναγκαία θεσμική διόρθωση λειτουργεί ως όχημα για την εισαγωγή αλλότριων, ιδεολογικά φορτισμένων ρυθμίσεων. Όμως το Σύνταγμα δεν είναι φυλλάδιο προσφορών, ούτε η Δημοκρατία πλατφόρμα παραγγελιών με κουπόνια και εκπτώσεις.
Το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών αποτελεί, πράγματι, μια από τις πιο κραυγαλέες θεσμικές στρεβλώσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Έχει λειτουργήσει ως σύμβολο ατιμωρησίας, ως νομικό άλλοθι για τη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό σύστημα. Η ανάγκη αναθεώρησής του έχει αναγνωριστεί ευρέως, διακομματικά και διαχρονικά. Ακριβώς γι’ αυτό, η εργαλειοποίησή του ως «δόλωμα» για να περάσουν παράλληλα ρυθμίσεις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης συνιστά θεσμική κακοποίηση.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι «bundle». Δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως πακέτο, στο οποίο ο πολίτης καλείται να αποδεχθεί συνολικά αλλαγές που μεταβάλλουν τον πυρήνα κοινωνικών δικαιωμάτων, εργασιακών εγγυήσεων ή δημόσιων αγαθών, μόνο και μόνο επειδή συμφωνεί με μία επιμέρους, αυτονόητη μεταρρύθμιση.
Το Σύνταγμα δεν προσφέρεται για συμψηφισμούς.
Κάθε άρθρο, κάθε λέξη, κάθε μεταβολή του οφείλει να κρίνεται αυτοτελώς, με κριτήριο το δημόσιο συμφέρον και όχι την επικοινωνιακή ευκολία.
Η κυβερνητική λογική που επιχειρεί να εξισώσει ανόμοια πράγματα, να βαφτίσει «εκσυγχρονισμό» τη συρρίκνωση δικαιωμάτων και να παρουσιάσει ως θεσμική πρόοδο την ιδεολογική της ατζέντα, αποκαλύπτει μια βαθιά σύγχυση.
Άλλο πολιτική, άλλο επικοινωνία.
Η πολιτική απαιτεί συγκρούσεις επί της ουσίας, καθαρές θέσεις και θεσμική σοβαρότητα. Η επικοινωνία, όταν αυτονομείται, καταλήγει σε κυνισμό και απαξίωση των ίδιων των θεσμών που υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Σε μια περίοδο όπου η Δημοκρατία δοκιμάζεται διεθνώς, όπου η ανισότητα βαθαίνει και η κοινωνική ανασφάλεια μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση, το Σύνταγμα οφείλει να λειτουργεί ως ασπίδα και όχι ως πεδίο ιδεολογικών πειραματισμών. Τα δικαιώματα δεν είναι ανταλλάξιμα. Δεν μπορείς να ζητάς κοινωνική ανοχή σε αλλαγές που πλήττουν τον συλλογικό ιστό, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την άρση μιας προνομιακής μεταχείρισης που ποτέ δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει η ευθύνη των προοδευτικών δυνάμεων. Το ΠΑΣΟΚ και ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος δεν έχουν την πολυτέλεια της αμφιθυμίας.
Η καταψήφιση ενός τέτοιου «πακέτου» δεν είναι άρνηση της θεσμικής προόδου· είναι υπεράσπισή της. Είναι η σαφής δήλωση ότι η Δημοκρατία δεν τεμαχίζεται, δεν πακετάρεται και δεν διαπραγματεύεται υπό όρους επικοινωνιακούς.
Η ιστορία των συνταγματικών αναθεωρήσεων διδάσκει ότι οι βιαστικές, ιδεολογικά φορτισμένες αλλαγές αφήνουν μακρύ αποτύπωμα. Όχι πάντα θετικό. Αν κάτι χρειάζεται σήμερα η χώρα, είναι θεσμική καθαρότητα, διαφάνεια και σεβασμός στον κοινωνικό συμβόλαιο. Όχι συνταγματικά «δώρα» με ψιλά γράμματα.
Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με εκπτώσεις.
Και όσοι επιμένουν να την αντιμετωπίζουν ως επικοινωνιακό προϊόν, ας γνωρίζουν ότι στο τέλος το κόστος δεν το πληρώνει η αντιπολίτευση, αλλά η ίδια η κοινωνία.
