Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κοντιάδης κατά «αναθεωρητικού λαϊκισμού»: ερωτήματα αξιοπιστίας για την πρωτοβουλία Μητσοτάκη

Published

on


Η δημόσια παρέμβαση του συνταγματολόγου Ξενοφώντα Κοντιάδη έρχεται να αποδομήσει με θεσμικούς όρους και νομική ακρίβεια το αφήγημα της κυβέρνησης γύρω από την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Όχι ως άρνηση της ανάγκης βελτίωσης του Συντάγματος, αλλά ως καταγγελία ενός προσχηματικού μεταρρυθμισμού που, όπως υποστηρίζει, στερείται αξιοπιστίας και πραγματικής πολιτικής βούλησης.


Ο Κοντιάδης ξεκινά από την ίδια την επιστολή του πρωθυπουργού προς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές αντιφάσεις της. Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλείται τη γνώμη των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων για την επιλογή της ηγεσίας τους, το ερώτημα τίθεται αμείλικτο: γιατί η κυβέρνηση αγνόησε πρόσφατα αυτή τη γνώμη, παρότι προβλέπεται ρητά στον νόμο; Η επιλεκτική επίκληση θεσμικών εγγυήσεων, όταν αυτές δεν δεσμεύουν πολιτικά την εκτελεστική εξουσία, αποκαλύπτει προθέσεις που δύσκολα συμβαδίζουν με την ενίσχυση της δικαστικής ανεξαρτησίας.


Αντίστοιχα αποκαλυπτική είναι η κριτική του για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο πρωθυπουργός αποδίδει στη δυνατότητα δεύτερης θητείας τον κίνδυνο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, την ώρα που ο ίδιος επέλεξε τον κ. Τασούλα χωρίς καμία ουσιαστική προσπάθεια διακομματικής συναίνεσης. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει ο Κοντιάδης, δεν είναι η διάρκεια της θητείας, αλλά ο τρόπος εκλογής του Προέδρου από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ρύθμιση που επιβλήθηκε στην αναθεώρηση του 2019 χωρίς ευρύτερη συμφωνία. Εκεί βρίσκεται η θεσμική στρέβλωση, όχι στο επιφαινόμενο.


Η κριτική κορυφώνεται στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης υπουργών. Όταν ο πρωθυπουργός μιλά για ανάγκη ενίσχυσης των εχέγγυων αμερόληπτης κρίσης, ο συνταγματολόγος θέτει το ερώτημα που αποφεύγει το κυβερνητικό αφήγημα: ποιος παρεμπόδισε συστηματικά την απόδοση ποινικών ευθυνών σε κορυφαία κυβερνητικά στελέχη για υποθέσεις όπως οι υποκλοπές, το έγκλημα των Τεμπών και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ; Η αναφορά στα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καθιστά το ερώτημα ακόμη πιο βαρύ, καθώς μεταφέρει τη συζήτηση από τη θεωρία στην πράξη.

Advertisement


Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση για «επανακαθορισμό» της μονιμότητας στο Δημόσιο. Ο Κοντιάδης υπενθυμίζει ότι το ισχύον άρθρο 103 του Συντάγματος ήδη προβλέπει σαφείς και επαρκείς λόγους λύσης της υπαλληλικής σχέσης. Τι περισσότερο επιδιώκει, λοιπόν, η κυβέρνηση να συνταγματοποιήσει; Η αιχμή είναι σαφής και πολιτικά φορτισμένη: μήπως ανοίγει ο δρόμος για απολύσεις με κομματικά κριτήρια, στο όνομα μιας αόριστης αξιολόγησης;


Η ουσία της παρέμβασης δεν βρίσκεται στην αποδόμηση κάθε πρότασης ξεχωριστά, αλλά στη συνολική διάγνωση. Ο Κοντιάδης μιλά για «συνταγματικό ή αναθεωρητικό λαϊκισμό», δηλαδή για την ευκολία με την οποία σύνθετα θεσμικά ζητήματα μετατρέπονται σε απλουστευμένα συνθήματα, χωρίς σοβαρή θεωρητική και πρακτική θεμελίωση. Μια πρακτική που, αντί να ενισχύει το Σύνταγμα, το εργαλειοποιεί.


Η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακό εργαλείο ούτε μέσο μετατόπισης ευθυνών. Διαφορετικά, δεν οδηγεί σε θεσμική θωράκιση, αλλά σε περαιτέρω απαξίωση του ίδιου του Συντάγματος.

Advertisement