ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Χάρης Καστανίδης για ΠΑΣΟΚ: “Η βελόνα δεν πρόκειται να κουνηθεί μπροστά με αποκλεισμούς και μηχανισμούς”
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή όπου μια παρέμβαση δεν χρειάζεται υψωμένους τόνους για να γίνει ενοχλητική. Αρκεί να είναι καθαρή. Η τοποθέτηση του Χάρη Καστανίδη στην TV100 ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Χωρίς προσωπικές αιχμές, χωρίς ονόματα στο στόχαστρο, κατέθεσε μια ψύχραιμη αλλά σκληρή ανάγνωση της πραγματικότητας του ΠΑΣΟΚ, η οποία ακριβώς γι’ αυτό είναι δύσκολο να προσπεραστεί.
Ο πρώην υπουργός δεν αναζήτησε καταφύγιο στη νοσταλγία της μεταπολίτευσης. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την ιστορική εμπειρία ως εργαλείο σύγκρισης. Υπενθύμισε ότι το «εκλογικό άλμα» του ΠΑΣΟΚ μετά το 1974 δεν ήταν αποτέλεσμα επικοινωνιακής δεξιοτεχνίας, αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας βαθιά πολιτικοποιημένης, με έντονη δίψα για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Μιας κοινωνίας που ένιωθε ότι μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Αυτή η κοινωνική συνθήκη, όπως σημείωσε, δεν υπάρχει σήμερα.
Η περιγραφή της σύγχρονης κοινωνίας ως «διαλυμένης» δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι πολιτική διαπίστωση. Υποδηλώνει έλλειψη συλλογικής αυτοπεποίθησης, διάχυτη ανασφάλεια και αποσύνδεση από τα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η απουσία χαρισματικής ηγεσίας και ενός πειστικού προγράμματος που να αρθρώνει ελπίδα δεν είναι απλώς αδυναμίες. Είναι παράγοντες ακινησίας.
Το ΠΑΣΟΚ, όπως το περιγράφει ο Καστανίδης, δεν αποτυγχάνει επειδή δεν προσπαθεί αρκετά, αλλά επειδή δεν έχει βρει ακόμη τη γλώσσα με την οποία να μιλήσει σε έναν κατακερματισμένο κόσμο.
Η πιο αιχμηρή του παρατήρηση, ωστόσο, αφορά τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή ηγεσία διαχειρίζεται αυτή την έλλειψη. Αντί για άνοιγμα, συλλογικότητα και αξιοποίηση του πολιτικού κεφαλαίου του χώρου, επιλέγονται αποκλεισμοί. Αντί για θεσμικές διεργασίες, καταγράφονται συμπεριφορές που ο ίδιος χαρακτήρισε «απρέπειες», με σαφή αναφορά στα γεγονότα του 2023. Η κριτική εδώ δεν είναι προσωπική· είναι βαθιά πολιτική και αφορά το μοντέλο ηγεσίας.
Ο Καστανίδης απέφυγε επιμελώς να απαντήσει αν υπάρχει καλύτερη λύση από τον Νίκο Ανδρουλάκη. Η αποφυγή αυτή δεν αποδυναμώνει το επιχείρημά του, το ενισχύει. Μετατοπίζει τη συζήτηση από τα πρόσωπα στη λειτουργία. Το ερώτημα που θέτει εμμέσως δεν είναι «ποιος», αλλά «πώς». Πώς κινείται ένα κόμμα όταν δεν διαθέτει χαρισματική ηγεσία. Πώς υποκαθίσταται αυτό το έλλειμμα χωρίς να διολισθαίνει σε εσωστρέφεια και περιχαράκωση.
Το συμπέρασμα είναι σαφές και πολιτικά δυσάρεστο για την ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη. Η «βελόνα» δεν πρόκειται να κινηθεί με πειθαρχία, φίμωση και διαγραφές. Δεν θα κινηθεί με την ψευδαίσθηση ελέγχου. Αν δεν υπάρξει συλλογική επανεκκίνηση και ουσιαστική αξιοποίηση των στελεχών, η στασιμότητα θα παγιωθεί. Και αυτή τη φορά, η προειδοποίηση δεν έρχεται απ’ έξω. Έρχεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει τι σημαίνει πολιτικό βάθος και ιστορική ευθύνη.
