ΠΟΛΙΤΙΚΗ
«Επίσημη πρώτη» για το 13ωρο: όταν η Ευρώπη δοκιμάζει τετραήμερο και η Ελλάδα “επιστρέφει” στον 19ο αιώνα
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Από σήμερα, 16 Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση θέτει σε πλήρη εφαρμογή το νέο πλαίσιο εργασίας μέσω του ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, θεσμοθετώντας –κατ’ εξαίρεση, όπως επιμένει– τη δυνατότητα απασχόλησης έως και 13 ωρών ημερησίως στον ίδιο εργοδότη. Στην πράξη, πρόκειται για μια βαθιά μετατόπιση ισορροπίας υπέρ της εργοδοτικής ευχέρειας, την ώρα που στον ευρωπαϊκό πυρήνα η συζήτηση αφορά τη μείωση του χρόνου εργασίας και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Η ρύθμιση για το 13ωρο συνοδεύεται από προσαύξηση 40% στην αμοιβή. Όμως η κρίσιμη παράμετρος βρίσκεται αλλού: ο εργαζόμενος που αρνείται οφείλει να αιτιολογήσει την άρνησή του, αποδεικνύοντας ότι δεν παραβιάζει την «αρχή της καλής πίστης». Το βάρος μετατίθεται στον αδύναμο κρίκο της σχέσης. Η εξαίρεση τείνει να γίνει κανόνας και η ελευθερία επιλογής αποδεικνύεται κατ’ όνομα.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη εξελίσσονται πιλοτικά προγράμματα τετραήμερης εργασίας με σαφή πορίσματα υπέρ της παραγωγικότητας και της ευημερίας των εργαζομένων.
Στην Ισλανδία, μεταξύ 2015 και 2019, πραγματοποιήθηκε το μεγαλύτερο έως τότε πείραμα με μείωση ωρών χωρίς περικοπή μισθού, καλύπτοντας σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού. Τα αποτελέσματα έδειξαν διατήρηση ή και αύξηση της παραγωγικότητας, με αισθητή βελτίωση της ισορροπίας εργασίας–ζωής.
Στην Ισπανία, η κυβέρνηση χρηματοδότησε πιλοτικό πρόγραμμα τετραήμερης απασχόλησης σε επιχειρήσεις, με κρατική επιδότηση για την κάλυψη μέρους του κόστους μετάβασης. Στόχος δεν ήταν η «χαλάρωση», αλλά ο εκσυγχρονισμός της οργάνωσης εργασίας με έμφαση στην αποδοτικότητα
Στο Βέλγιο θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα τετραήμερης εργασίας μέσω συμπίεσης ωραρίου, κατόπιν συμφωνίας εργαζομένου και εργοδότη, δίνοντας έμφαση στη συναίνεση και όχι στον εξαναγκασμό. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μεγάλη δοκιμή με δεκάδες επιχειρήσεις κατέληξε σε μονιμοποίηση της τετραήμερης εβδομάδας από την πλειονότητα των συμμετεχόντων, έπειτα από θετική αξιολόγηση.
Η σύγκριση δεν γίνεται για λόγους εντυπώσεων. Γίνεται γιατί αναδεικνύει δύο διαφορετικά υποδείγματα. Στον ευρωπαϊκό Βορρά και Δύση, η συζήτηση αφορά την αναβάθμιση της εργασίας σε οικονομίες γνώσης. Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στην επιμήκυνση του χρόνου απασχόλησης ως απάντηση στην υστέρηση παραγωγικότητας.
Το επιχείρημα περί «ευελιξίας» συμπληρώνεται από τη διευκόλυνση της έκτης ημέρας εργασίας σε επιχειρήσεις συνεχούς λειτουργίας, αλλά και από τη δραστική μείωση του χρόνου απουσίας που μπορεί να οδηγήσει σε μονομερή δήλωση «οικειοθελούς αποχώρησης». Από δέκα εργάσιμες ημέρες, στις τέσσερις συν δύο. Το μήνυμα είναι σαφές: η ασφάλεια της εργασιακής σχέσης αποδυναμώνεται.
Η κυβέρνηση επικαλείται τον ψηφιακό έλεγχο του ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ ως εγγύηση διαφάνειας. Ωστόσο, η τεχνολογική καταγραφή δεν αναιρεί τη θεσμική ανισορροπία. Όταν η άρνηση στο 13ωρο πρέπει να αιτιολογείται από τον εργαζόμενο και όταν η εξαήμερη εργασία επανέρχεται ως «έκτακτη βάρδια», η ουσία δεν αλλάζει επειδή η δήλωση γίνεται σε πραγματικό χρόνο.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να καταστεί εργασιακός παρίας σε μια Ευρώπη που πειραματίζεται με λιγότερες ώρες και περισσότερη ποιότητα. Αντί να αντιμετωπιστεί το δομικό πρόβλημα της χαμηλής προστιθέμενης αξίας και της περιορισμένης καινοτομίας, επιλέγεται η εύκολη λύση της επιμήκυνσης του ωραρίου. Πρόκειται για επιλογή πολιτική, όχι τεχνική.
Σε μια συγκυρία όπου το δημογραφικό πρόβλημα βαθαίνει και η διαρροή νέων επιστημόνων δεν έχει ανακοπεί, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι αντιφατικό. Η Ευρώπη συζητά πώς θα εργάζεται λιγότερο και αποδοτικότερα. Η Ελλάδα νομοθετεί πώς θα εργάζεται περισσότερο. Και αυτό δεν είναι απλώς μια διαφορετική στρατηγική. Είναι ομολογία αδυναμίας.
