ΓΝΩΜΕΣ
Μια οφειλόμενη απάντηση στην Σώτη Τριανταφύλλου…
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Η δημόσια παρέμβαση της Σώτης Τριανταφύλλου για την πολιτική ιστορία της χώρας και τον ρόλο του ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς μια αιχμηρή άποψη. Είναι μια γενίκευση που ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στην κριτική και την ιστορική ισοπέδωση. Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται το πρόβλημα: όταν η πολιτική ανάλυση αποκόπτεται από τα πραγματικά δεδομένα και μετατρέπεται σε αφηρημένο αφορισμό, καταλήγει να λειτουργεί ως άλλοθι για το παρόν.
Διότι αν η «ιστορία της Ελλάδας είναι ατιμωρησία και αδιαφάνεια», όπως υποστηρίζεται, τότε η συζήτηση οφείλει να μεταφερθεί στο σήμερα. Και στο σήμερα, η χώρα κυβερνάται από τη Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκος Μητσοτάκης. Μια κυβέρνηση που δεν κρίνεται από θεωρητικές κατασκευές περί «εθνικής παθογένειας», αλλά από συγκεκριμένες υποθέσεις που βρίσκονται ήδη στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Οι εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών, η διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης και η ευρύτερη συζήτηση για την ποιότητα του κράτους δικαίου συνθέτουν ένα πολιτικό τοπίο που δεν επιτρέπει εύκολες ιστορικές μετατοπίσεις ευθυνών. Όταν εν ενεργεία κυβερνητικά στελέχη βρίσκονται αντιμέτωπα με δικογραφίες ή σοβαρές καταγγελίες, η επίκληση ενός αόριστου «όλοι φταίνε» λειτουργεί αποπροσανατολιστικά.
Το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα που κυβέρνησε επί μακρόν, έχει κριθεί —και δικαίως— για τις επιλογές του. Η δημοκρατία άλλωστε δεν λειτουργεί με αγιογραφίες. Όμως η απόλυτη απονομιμοποίηση ενός πολιτικού χώρου, με όρους ηθικής σιωπής, δεν είναι πράξη αποκατάστασης της αλήθειας. Είναι πολιτική πράξη με σαφές ιδεολογικό πρόσημο. Και συχνά, εξυπηρετεί την αποσιώπηση των τρεχουσών ευθυνών.
Η επίκληση της «αδιαφάνειας» ως διαχρονικού εθνικού χαρακτηριστικού καταλήγει να αθωώνει τους σημερινούς διαχειριστές της εξουσίας. Διότι αν όλα είναι διαχρονικά διεφθαρμένα, τότε κανείς δεν ευθύνεται συγκεκριμένα. Αν όλα είναι «κουλτούρα», τότε τίποτα δεν είναι πολιτική επιλογή. Αυτή όμως είναι μια βαθιά συντηρητική ανάγνωση της πραγματικότητας, που ακυρώνει την έννοια της λογοδοσίας.
Στην πραγματικότητα, η μάχη για τη διαφάνεια και τη θεσμική αξιοπιστία δεν δίνεται στο επίπεδο των γενικεύσεων, αλλά στο επίπεδο των συγκρούσεων. Δίνεται εκεί όπου οι μηχανισμοί ελέγχου ενεργοποιούνται, όπου οι ανεξάρτητες αρχές πιέζονται ή ενισχύονται, όπου οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρεμβαίνουν. Και σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε ένα αφηρημένο παρελθόν, αλλά σε ένα συγκεκριμένο παρόν με σαφείς πολιτικές ευθύνες.
Η δημόσια σφαίρα έχει ανάγκη από κριτική, όχι από ισοπεδωτικές αφηγήσεις που συγχέουν εποχές, ευθύνες και συσχετισμούς. Η ιστορία δεν είναι εργαλείο συμψηφισμού, ούτε ασπίδα για τους εκάστοτε ισχυρούς. Είναι πεδίο κατανόησης —και, κυρίως, λογοδοσίας.
Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα δεν είναι ποιος «δικαιούται» να μιλά με ηθικούς όρους, αλλά ποιος λογοδοτεί σήμερα. Και εκεί, οι απαντήσεις δεν δίνονται με αφορισμούς, αλλά με στοιχεία, θεσμικές διαδικασίες και πολιτικό θάρρος.
