ΔΙΕΘΝΗ
Ιεροσόλυμα: Νέα πρόκληση της κυβέρνησης Νετανιάχου απέναντι στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο
Μία εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία που αγγίζει τον πυρήνα της θρησκευτικής ελευθερίας και του σεβασμού των ιστορικών χριστιανικών κοινοτήτων στους Αγίους Τόπους φέρνει στο προσκήνιο το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, καταγγέλλοντας παράνομη κατάληψη εκκλησιαστικής γης από τις ισραηλινές αρχές στην περιοχή του Σιλουάν, στην Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Πατριαρχείου, ισραηλινές δυνάμεις εισέβαλαν στην επίμαχη έκταση, απομάκρυναν βίαια τον νόμιμο εκπρόσωπο της Εκκλησίας, προχώρησαν σε εκτεταμένες παρεμβάσεις στον χώρο, ξερίζωσαν δέντρα και περιέφραξαν την ιδιοκτησία, αποκλείοντας κάθε πρόσβαση σε αυτήν.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς το Πατριαρχείο υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη γη αποτελεί νόμιμα καταγεγραμμένη εκκλησιαστική περιουσία, με πλήρη τεκμηρίωση στα επίσημα μητρώα ιδιοκτησίας. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αμφισβητούμενη έκταση, αλλά για περιουσιακό στοιχείο που η Εκκλησία θεωρεί αναμφισβήτητα δικό της και για το οποίο έχει ήδη ξεκινήσει δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να ανατρέψει τις ενέργειες των ισραηλινών αρχών.
Το περιστατικό έρχεται να προστεθεί σε μια περίοδο αυξανόμενης διεθνούς κριτικής προς την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου για τη συνολική της πολιτική στην Ιερουσαλήμ και στα παλαιστινιακά εδάφη. Ολοένα και περισσότερες διεθνείς οργανώσεις, εκκλησιαστικοί φορείς και οργανισμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγγέλλουν πρακτικές που, όπως υποστηρίζουν, αλλοιώνουν τον πολυθρησκευτικό χαρακτήρα της πόλης και δημιουργούν συνθήκες πίεσης σε ιστορικές χριστιανικές και παλαιστινιακές κοινότητες.
Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο προειδοποιεί ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δεν αφορά μόνο μία ιδιοκτησιακή διαφορά. Αποτελεί, όπως σημειώνει, ένα επικίνδυνο προηγούμενο που μπορεί να επηρεάσει το καθεστώς προστασίας των χριστιανικών ιδρυμάτων και των εκκλησιαστικών περιουσιών σε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ. Η ανησυχία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι χριστιανικοί πληθυσμοί στους Αγίους Τόπους συρρικνώνονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια, ενώ οι πιέσεις προς τις ιστορικές εκκλησίες καταγράφονται με αυξανόμενη συχνότητα.
Η εξέλιξη αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο στους εκκλησιαστικούς κύκλους αλλά και σε κυβερνήσεις που παραδοσιακά διατηρούν στενούς δεσμούς με τα χριστιανικά πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η διεθνής κοινότητα θα περιοριστεί σε εκκλήσεις και ανακοινώσεις ή αν θα ασκήσει ουσιαστική πίεση ώστε να διασφαλιστεί ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, της θρησκευτικής ελευθερίας και των ιστορικών δικαιωμάτων των χριστιανικών κοινοτήτων στην Ιερουσαλήμ.
Σε μια περιοχή που δοκιμάζεται από πόλεμο, κατοχή και διαρκείς εντάσεις, η προστασία των θρησκευτικών θεσμών και της ιστορικής τους παρουσίας δεν αποτελεί μόνο εκκλησιαστικό ζήτημα. Αποτελεί ζήτημα δημοκρατίας, διεθνούς νομιμότητας και σεβασμού της πολιτιστικής κληρονομιάς που ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
