ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Συνέντευξη: Ζαχαρίας Κεσσές – “Μιλάμε για πρωτοφανή συγκάλυψη στην υπόθεση των Υποκλοπών”
Η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει μία από τις πλέον κρίσιμες δοκιμασίες για το κράτος δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών στην Ελλάδα. Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διερεύνησης, τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών, τον κίνδυνο παραγραφής αδικημάτων και την πλήρη απόδοση ευθυνών.
Ο Ζαχαρίας Κεσσές, δικηγόρος των θυμάτων της υπόθεσης των υποκλοπών, μιλά στον Γαβρή Άγγελο για τις εξελίξεις που σημάδεψαν την υπόθεση, ασκεί δριμεία κριτική στους χειρισμούς της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, σχολιάζει την εμπλοκή πολιτικών προσώπων και αναλύει τη σημασία των πρόσφατων δικαστικών εξελίξεων γύρω από τις υποθέσεις Predator, Pegasus και τις SLAPP αγωγές. Παράλληλα, εξηγεί γιατί θεωρεί ότι η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας αποτελεί μονόδρομο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και την ουσιαστική θωράκιση της ελληνικής δημοκρατίας.
Αναλυτικά η συνέντευξη του Ζαχαρία Κεσσέ στον Γαβρή Άγγελο
– Πώς αξιολογείτε τη στάση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στην υπόθεση των υποκλοπών μέχρι σήμερα; Υπάρχει προσπάθεια «συγκάλυψης»;
Η υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί το μεγαλύτερο σκάνδαλο της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας και απαιτούσε από την πρώτη στιγμή ταχύτητα, πληρότητα και εξάντληση κάθε ανακριτικού μέσου.
Δυστυχώς, υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις, ερευνητικά κενά και αποφάσεις που δημιούργησαν εύλογα ερωτήματα. Ως συνήγορος θυμάτων, έχω επανειλημμένα ζητήσει την ανάσυρση της δικογραφίας, την αξιοποίηση νέων αποδεικτικών στοιχείων και τη διερεύνηση όλων των εμπλεκομένων χωρίς εξαιρέσεις.
Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει δείξει πολύ χαμηλά αντανακλαστικά και έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη μη ανάδειξη της αλήθειας και τη συγκάλυψη της υπόθεσης. Η μη άσκηση κακουργηματικών διώξεων, η επιφανειακή έρευνα, η αφαίρεση της δικογραφίας από τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών λίγο πριν την άσκηση διώξεων, η πρωτοφανής σύνταξη κατηγορητηρίου μόνο για πλημμελήματα και με επιστημονικά απαράδεκτη στάθμιση για τη συρροή των αδικημάτων, η διενέργεια προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης από πρόσωπα εκτός επίσημου καταλόγου και χωρίς τη δυνατότητα ορισμού τεχνικών συμβούλων από τα θύματα, η αδιανόητη μη κλήση για κατάθεση των θυμάτων, η μη εξέταση καμίας κινητής συσκευής, η προνομιακή μεταχείριση προσώπων που καταμηνύθηκαν αλλά εξετάστηκαν ως μάρτυρες, η μη περαιτέρω έρευνα μετά την επαναδιαβίβαση της δικογραφίας από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και η απόκρυψη λόγων εξαίρεσης από τον εισαγγελικό λειτουργό-χειριστή της δικογραφίας είναι μόνο λίγα από τα γεγονότα που με ασφάλεια μας οδηγούν στο να μιλάμε για πρωτοφανή συγκάλυψη.
– Ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Θανάσης Κουκάκης ήταν οι πρώτοι που ανέδειξαν την υπόθεση. Έχουμε προχωρήσει προς την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης;
Ναι, έχει υπάρξει σημαντική πρόοδος. Σήμερα δεν συζητάμε πλέον για υποψίες. Υπάρχει μία εκτενής δικαστική απόφαση, σχεδόν 2.000 σελίδων, με καταδίκες, αναγνώριση δεκάδων θυμάτων και παραπομπές για σοβαρότερα κακουργήματα.
Από την άλλη πλευρά, η απονομή δικαιοσύνης δεν ολοκληρώνεται με μία μόνο απόφαση. Η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας προϋποθέτει να διερευνηθούν όλες οι πτυχές της υπόθεσης, να αποδοθούν όλες οι ευθύνες και να υπάρξει ουσιαστική λογοδοσία.
Κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει, καθιστώντας την υπόθεση των υποκλοπών μια διαρκώς χαίνουσα θεσμική πληγή.
-Υπάρχει κίνδυνος παραγραφής;
Ναι. Και αυτό είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα.
Καθημερινά παραγράφονται οι πλημμεληματικές πράξεις όσων συμμετείχαν στις πράξεις και ακόμη δεν έχουν ελεγχθεί. Είναι προφανές ότι η παγίδευση των θυμάτων δεν έγινε μόνο από 4 ιδιώτες, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα που έχουμε κατονομάσει και ακόμη δεν έχουν κληθεί να λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη.
Οφείλω να διευκρινίσω όμως ότι υπάρχουν κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες δεν παραγράφονται.
– Ο κ. Βορίδης δήλωσε ότι αγνοούσε την εμπλοκή του. Πώς το αξιολογείτε;
Ο κ. Βορίδης έχει επιλέξει να κινηθεί μακριά από τον δρόμο της αλήθειας και της λογοδοσίας. Η εμπλοκή του στην υπόθεση αποδεικνύει ότι η επικαλούμενη άγνοιά του είναι παρατεταμένη επιλογή του.
Υπενθυμίζω ότι παγιδεύτηκε με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, λαμβάνοντας πολλαπλά μηνύματα ενώ ήταν Υπουργός Εσωτερικών και διαχειριζόταν κρίσιμα αλλά και, μεταξύ άλλων, απόρρητα ζητήματα.
Πέραν της μετατροπής του σε κινητό κοριό, εργαλειοποιήθηκε προκλητικά από τους χειριστές του Predator, καθώς με επίκληση νομοσχεδίου του παγιδεύτηκαν την 1.4.2021 και άλλα πρόσωπα όπως οι Β. Κικίλιας, Τ. Μεσαροπούλου, Δ. Αβραμόπουλος, Α. Ξαγοράρη, Γ. Γεραπετρίτης, Μ. Γραφάκος, Ν. Σιγάλας και Γ. Πατούλης.
Μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική και ηθική υποχρέωση να λογοδοτήσουν οι υπαίτιοι, επέλεξε να μην μηνύσει όσους τον παγίδευσαν, να μην παρασταθεί προς υποστήριξη κατηγορίας, να μην καταθέσει αγωγή εναντίον τους ούτε να εμφανιστεί ενώπιον οποιασδήποτε αρχής προκειμένου να καταθέσει για την παγίδευσή του.
Παράλληλα, δεν συνεργάστηκε ποτέ με τις αρχές ούτε προσήλθε αυτοβούλως προκειμένου να δώσει τη συσκευή του κινητού του τηλεφώνου για έλεγχο, ώστε να διερευνηθεί το μέγεθος της διαρροής υπηρεσιακών και άλλων εγγράφων και δεδομένων.
Ο ίδιος απείχε από τη δίκη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με αποτέλεσμα να αθωωθούν οι κατηγορούμενοι για το αδίκημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών.
Τέλος, ενώ έχει ενημερωθεί ότι έχει πέσει θύμα του Predator με συστημένη επιστολή από την ΑΠΔΠΧ από τον Ιούλιο του 2023, δεν έχει ζητήσει ποτέ μέχρι σήμερα καμία ενημέρωση ούτε καν αντίγραφο της δικογραφίας.
Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύουν την πραγματική διάσταση της εμπλοκής του και τις επιλογές του, που δεν αρμόζουν σε πρόσωπα που κατέχουν θέσεις ευθύνης.
-Πώς αξιολογείτε τον ρόλο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας;
Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας όφειλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Υπήρξαν σημαντικές ευκαιρίες που δεν αξιοποιήθηκαν. Μέχρι σήμερα δεν έχει εξεταστεί η συσκευή πρώην πρωθυπουργού, ενώ κρίσιμα πρόσωπα και σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία δεν αξιοποιήθηκαν στον βαθμό που επέβαλλε η σοβαρότητα της υπόθεσης.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, οι θεσμοί οφείλουν να αναζητούν την αλήθεια, όχι να περιορίζονται στις ελάχιστες τυπικές υποχρεώσεις τους.
Τα μέλη της επιτροπής έχουν τεράστια ευθύνη για τον ευτελισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και τη μη άσκηση των απαραίτητων καθηκόντων σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση.
-Τι δείχνει η υπόθεση του Στέλιου Κούλογλου;
Αποδεικνύει ότι η απειλή των εμπορικών κατασκοπευτικών λογισμικών είναι διακρατική και αφορά κάθε δημοκρατία.
Το γεγονός ότι ένας ευρωβουλευτής και μέλος της Επιτροπής PEGA υπήρξε στόχος Pegasus μέσω zero-click επίθεσης αποδεικνύει ότι πλέον μιλάμε για τεχνολογίες που μπορούν να παρακάμπτουν ακόμη και τις πιο προσεκτικές συμπεριφορές του χρήστη.
Η Ελλάδα χρειάζεται μόνιμους μηχανισμούς τεχνικής διερεύνησης, εξειδικευμένες ψηφιακές πραγματογνωμοσύνες, στενή συνεργασία με διεθνή ερευνητικά εργαστήρια και κυρίως θεσμική ανεξαρτησία στις έρευνες.
Δυστυχώς, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι απροστάτευτη και ιδιαίτερα ελκυστική για την ανεξέλεγκτη λειτουργία κατασκοπευτικών λογισμικών.
– Τι σημαίνει η απόφαση που απέρριψε την αγωγή του Γρηγόρη Δημητριάδη κατά του Θανάση Κουκάκη;
Πρόκειται για μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για την ελευθερία του Τύπου.
Το δικαστήριο αναγνώρισε ότι ένας δημοσιογράφος μπορεί να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και λογικές επαγωγές όταν ερευνά ένα θέμα εξαιρετικού δημόσιου ενδιαφέροντος.
Η απόφαση ενισχύει τη δημοσιογραφική έρευνα και στέλνει το μήνυμα ότι οι αγωγές δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως μέσο αποθάρρυνσης της δημόσιας συμμετοχής όταν η δημοσιογραφική εργασία ασκείται με επιμέλεια και καλή πίστη.
Είναι μία σημαντική θεσμική εξέλιξη και για τις υποθέσεις που ακολουθούν.
– Μπορεί η Ελλάδα να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς;
Ναι, αλλά μόνο μέσα από την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν αποκαθίσταται με δηλώσεις ούτε με την πάροδο του χρόνου. Αποκαθίσταται όταν αποδεικνύεται ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Η δικαίωση των θυμάτων δεν αποτελεί προσωπική τους υπόθεση. Είναι προϋπόθεση για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών.
Αν η ελληνική Δικαιοσύνη ολοκληρώσει αυτή την υπόθεση με πληρότητα, ανεξαρτησία και θάρρος, θα έχει ενισχύσει ουσιαστικά το κράτος δικαίου.
Αντίθετα, κάθε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ελλιπής διερεύνηση θα αφήσει ένα διαρκές θεσμικό τραύμα.
Η υπόθεση των υποκλοπών αφορά το επίπεδο Δημοκρατίας που θέλουμε να έχει η χώρα μας στο μέλλον.
