ΔΙΕΘΝΗ
«Η Στέγαση είναι Δικαίωμα»: Όταν η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία μιλά με αριθμούς
Το ψήφισμα του Συνεδρίου των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών θέτει ζητήματα που οι κυβερνήσεις αποφεύγουν — και δίνει απαντήσεις που η αγορά αδυνατεί να δώσει
Υπάρχουν πολιτικά κείμενα που γράφονται για τις προθέσεις και κείμενα που γράφονται για τις λύσεις. Το ψήφισμα που υιοθέτησε το Συνέδριο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών (PES) με τίτλο «Housing Is a Right» ανήκει, σε σημαντικό βαθμό, στη δεύτερη κατηγορία. Δεν αρκείται στη διακήρυξη αρχών. Αποτυπώνει μεγέθη, αναλύει αδυναμίες και προτείνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις — πολλές εκ των οποίων απηχούν ακριβώς αυτό που οι κάτοικοι ευρωπαϊκών πόλεων ζουν καθημερινά ως κρίση.
Το χάσμα που δεν κλείνει από μόνο του
Το ψήφισμα ξεκινά από μια αδυσώπητη διαπίστωση: το πρόβλημα δεν είναι κυκλικό, είναι δομικό. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων που παρατίθενται στο κείμενο, υφίσταται «επενδυτικό κενό 270 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως για προσιτή και κοινωνική στέγαση στην Ευρώπη». Ένα κενό που δεν είναι αφηρημένη λογιστική εγγραφή: μεταφράζεται σε 2,25 εκατομμύρια κατοικίες που λείπουν σήμερα από την ευρωπαϊκή αγορά, σε νοσηλευτές, δασκάλους, εργάτες, πυροσβέστες και δημόσιους υπαλλήλους που αδυνατούν να μείνουν στην πόλη που εργάζονται.
Αυτή η παράθεση δεν είναι τυχαία. Το ψήφισμα επιλέγει συνειδητά να βάλει πρόσωπα στον αριθμό — και αυτό είναι πολιτική επιλογή. Γιατί το πρόβλημα της στέγασης έχει εθιστεί να συζητείται ως οικονομικός δείκτης, ενώ είναι στην πραγματικότητα κοινωνικό φαινόμενο με άμεσες επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή, στην υγεία, στην κινητικότητα των εργαζομένων εντός της ΕΕ και στην ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση των πολιτικών θεσμών.
Αγορά που αποτυγχάνει — και πολιτική που αρνείται να παραδεχτεί
Το πιο τολμηρό στοιχείο του κειμένου δεν είναι κάποιο από τα ειδικά μέτρα που προτείνει. Είναι η ρητή διαπίστωση ότι «η αγορά στέγης αποτυγχάνει» — πως δεν παράγει επαρκείς ποιοτικές και προσιτές κατοικίες για τους πολίτες. Ολόκληρες περιοχές, σημειώνει το ψήφισμα, «υποφέρουν από κερδοσκοπία και χρηματιστικοποίηση, από εκτοπισμό κατοίκων χαμηλού εισοδήματος και από τουριστικοποίηση». Η αναγνώριση της αγοραίας αποτυχίας ως δεδομένου — και όχι ως ιδεολογικής θέσης — είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται ολόκληρη η πρόταση πολιτικής.
Από εκεί πηγάζουν και τα συγκεκριμένα αιτήματα: μεταρρύθμιση των κανόνων κρατικής ενίσχυσης ώστε οι τοπικές και εθνικές αρχές να μπορούν να επενδύουν σε δημόσια και προσιτή στέγαση· αντικερδοσκοπικές πολιτικές στοχευμένες στη συγκέντρωση κατοικιών από επενδυτικά κεφάλαια· εργαλεία ρύθμισης ενοικίων, συμπεριλαμβανομένων πλαφόν· ευρωπαϊκό μητρώο διαφάνειας συναλλαγών ακινήτων για τον έλεγχο των πραγματικών δικαιούχων.
Βραχυχρόνιες μισθώσεις: Το ζήτημα που επιστρέφει
Ιδιαίτερα επίκαιρο — και ιδιαίτερα επιμελώς τοποθετημένο στο κείμενο — είναι το ζήτημα των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Το ψήφισμα δεν τις απαγορεύει εξ ορισμού, αλλά θέτει τα πράγματα με σαφήνεια: «ενώ οι βραχυχρόνιες μισθώσεις μπορούν να προσθέσουν αξία στον βιώσιμο τουρισμό και σε ιδιώτες, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την κερδοσκοπία, επηρεάζοντας σημαντικά τις τιμές της τοπικής αγοράς κατοικίας». Και η κατακλείδα είναι αδιαπραγμάτευτη: «Οι κάτοικοι δεν πρέπει ποτέ να αισθάνονται αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τον τόπο τους».
Η σύνδεση αυτής της θέσης με τη συζήτηση που διεξάγεται ήδη σε πόλεις όπως η Αθήνα, η Βαρκελώνη, η Λισαβόνα ή το Άμστερνταμ δεν χρειάζεται ιδιαίτερο σχολιασμό. Η ΕΕ, μέσα από τη φωνή της σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας, επιβεβαιώνει ότι αυτά τα ζητήματα δεν είναι τοπικές ιδιοτροπίες — είναι κοινή ευρωπαϊκή παθολογία με κοινές ευρωπαϊκές απαντήσεις.
Αστεγία: Το μέγεθος που “ντρέπεται” να αναφερθεί
Σε ένα από τα πιο επίμονα αγνοημένα κεφάλαια της ευρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης, το ψήφισμα φέρνει στο φως έναν αριθμό που σπανίως διαβάζει κανείς σε ανακοινώσεις κυβερνήσεων: «περισσότεροι από 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη κοιμούνται στον δρόμο ή σε προσωρινά καταλύματα. Σχεδόν 400.000 ανήλικοι ζουν στους δρόμους ή σε εκτακτης ανάγκης καταλύματα». Και προσθέτει μια διάσταση που συχνά απουσιάζει από την κεντρική ατζέντα: οι γυναίκες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα σύνθετες καταστάσεις, καθώς η αστεγία τους «τέμνεται με έμφυλη βία, ανισότητες και κοινωνικό αποκλεισμό».
Η απάντηση που προτείνεται δεν είναι φιλανθρωπική. Είναι δομική: ευρωπαϊκή στρατηγική κατά της αστεγίας με δεσμευτικούς στόχους, ενιαίος ορισμός αστεγίας σε επίπεδο ΕΕ, επέκταση της προσέγγισης «Housing First» που αντιμετωπίζει τη στέγαση ως προϋπόθεση κοινωνικής επανένταξης και όχι ως ανταμοιβή της.
Μια από τις πιο ώριμες παρατηρήσεις του κειμένου αφορά τη διακυβέρνηση: το ψήφισμα ζητά «ενεργό εμπλοκή πόλεων και περιφερειών στον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών στέγασης», επικαλούμενο ρητά παραδείγματα όπως η Βιέννη, η Βαρκελώνη και το Βερολίνο. Η αποφυγή ενιαίων πολιτικών «για όλους» — ιδίως για μικρούς δήμους με ειδικές ανάγκες — αναγνωρίζεται ρητά ως αναγκαιότητα.
Αυτό δεν είναι απλώς διοικητική επισήμανση. Είναι πολιτική θέση: η λύση στη στεγαστική κρίση δεν θα έρθει ούτε αποκλειστικά από Βρυξέλλες ούτε αποκλειστικά από τις εθνικές πρωτεύουσες. Θα έρθει από τη συνεργασία τους με εκείνους που γνωρίζουν τον τόπο από κοντά.
Αντί επιλόγου
Κάθε φορά που ακούμε ότι «η αγορά θα λύσει το πρόβλημα», ένα ψήφισμα σαν αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση: η αγορά έχει τριάντα χρόνια να το λύσει — και αντί για λύση, παρέδωσε 1,2 εκατομμύρια αστέγους, 400.000 άστεγα παιδιά και ένα επενδυτικό κενό 270 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Η στέγαση είναι δικαίωμα. Όχι γιατί το λέει ένα ψήφισμα. Γιατί χωρίς αυτήν, κανένα άλλο δικαίωμα δεν μπορεί να ασκηθεί.
