ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η παρέμβαση Ράμμου και το άλλοθι της «αιώνιας αναθεώρησης»
Η δημόσια παρέμβαση του τέως προέδρου της ΑΔΑΕ, Χρήστου Ράμμου, έρχεται να ταράξει μια συζήτηση που εδώ και χρόνια διεξάγεται με όρους παραπλανητικούς. Τη συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία επανέρχεται σχεδόν μηχανικά κάθε φορά που η πολιτική εξουσία αδυνατεί ή αρνείται να δώσει απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα της χώρας.
Ο Ράμμος θέτει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση: η διαρκής «συνταγματολογία» δεν συνιστά ένδειξη θεσμικής ωριμότητας, αλλά σύμπτωμα πολιτικής ήττας.
Η συνεχής επίκληση της ανάγκης αλλαγών στο Σύνταγμα υπονομεύει πρωτίστως το ίδιο το κύρος του. Τα Συντάγματα υπάρχουν για να ρυθμίζουν τα θεμελιώδη στον μακρύ ιστορικό χρόνο και όχι για να προσαρμόζονται σε κάθε συγκυριακή πολιτική σκοπιμότητα. Όταν φορτώνονται με λεπτομερειακές ρυθμίσεις και γίνονται αντικείμενο συχνών αναθεωρήσεων, εξισώνονται στην πράξη με τον κοινό νόμο. Και τότε παύουν να λειτουργούν ως σταθερό θεσμικό πλαίσιο και μετατρέπονται σε εργαλείο τακτικής.
Η επισήμανση του Ράμμου είναι σαφής και ενοχλητική για το πολιτικό σύστημα: τα αδιέξοδα της χώρας δεν είναι συνταγματικά. Είναι βαθιά πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά.
Τέσσερις αναθεωρήσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και όμως τα ίδια ζητήματα επιστρέφουν μονότονα στο δημόσιο διάλογο. Αντί η πολιτική σύγκρουση να διεξάγεται επί της ουσίας των επιλογών και των ευθυνών, μετατίθεται σε ένα τεχνικό, νομικό πεδίο, όπου η ευθύνη διαχέεται και η λογοδοσία εξαφανίζεται.
Το πραγματικό πρόβλημα, όπως υπογραμμίζεται, δεν βρίσκεται στις ίδιες τις συνταγματικές διατάξεις, αλλά στον τρόπο που ερμηνεύονται και εφαρμόζονται εργαλειακά από τις εκάστοτε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Το άρθρο 86 δεν ευτελίστηκε από το γράμμα του Συντάγματος, αλλά από την πολιτική βούληση όσων φρόντισαν να μην ενεργοποιηθεί ποτέ ουσιαστικά, όταν αφορούσε υπουργούς της πλειοψηφίας. Το ίδιο ισχύει για το άρθρο 101Α, το οποίο παραβιάστηκε κατάφωρα στην περίπτωση της ΑΔΑΕ, όταν η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής αγνόησε τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη για αυξημένη πλειοψηφία.
Ανάλογα προσχηματική είναι και η επίκληση του άρθρου 103 για τη δυσλειτουργία του Δημοσίου ή του άρθρου 24 για την οικονομική ανάπτυξη. Η διάλυση του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, η ασυδοσία στον χωροταξικό σχεδιασμό και η μετατροπή των πόλεων σε απάνθρωπες τσιμεντουπόλεις δεν προέκυψαν από ένα «υπερβολικά αυστηρό» Σύνταγμα, αλλά από την επιλεκτική αδράνεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη φαυλότητα των αρμόδιων οργάνων.
Η παρέμβαση Ράμμου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν καταλήγει στο ουσιώδες: αν υπάρχει πεδίο αναθεώρησης, αυτό είναι περιορισμένο και συγκεκριμένο. Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 5, συνιστά θεσμική στρέβλωση που καλλιεργεί σχέσεις εξάρτησης και πρέπει επειγόντως να αλλάξει. Και μόνο επικουρικά, σε δεύτερο χρόνο, μπορεί να συζητηθεί η βελτίωση του άρθρου 86, ώστε να αποτραπεί η κωλυσιεργία και η συγκάλυψη.
Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει τη συνταγματική αναθεώρηση ως πανάκεια, η παρέμβαση αυτή λειτουργεί αποκαλυπτικά. Το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα. Είναι η πολιτική χρήση του ως άλλοθι. Και όσο αυτό δεν λέγεται καθαρά, η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς θα βαθαίνει.
