Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Γάγας Αντώνης για διάγγελμα Μητσοτάκη: “Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι”

Published

on

Μετά το διάγγελμα του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται πλέον από τη ρητορική στη σφαίρα της θεσμικής αξιοπιστίας και της ουσίας των καταγγελιών. Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι η επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά η σαφής διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη πολιτική διαμεσολάβηση και στην ενεργή ή έμμεση υπόθαλψη παράνομων πρακτικών. Διότι άλλο η διεκπεραίωση αιτημάτων πολιτών εντός θεσμικού πλαισίου και άλλο η προτροπή ή ανοχή σε απάτη, ιδίως όταν αυτή αγγίζει τη διαχείριση δημόσιου χρήματος.


Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται ο ρόλος της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία εμφανίζεται να λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων. Η ανεξαρτησία της, σε αντίθεση με τις χρόνιες κατηγορίες περί πολιτικής επιρροής στην εγχώρια δικαιοσύνη, ενισχύει την εικόνα μιας εξωτερικής θεσμικής πίεσης που αποκαλύπτει όσα δεν ελέγχθηκαν εσωτερικά. Το γεγονός αυτό δεν είναι απλώς νομικό, αλλά βαθιά πολιτικό, καθώς εγείρει ερωτήματα για την πραγματική βούληση κάθαρσης.


Η επίκληση της «διαχρονικότητας» του ρουσφετιού από την κυβέρνηση προσκρούει σε μια διαφορετική ανάγνωση της ιστορίας. Η ίδρυση του ΑΣΕΠ το 1994 αποτέλεσε θεσμική τομή κατά της πελατειακής λογικής, ενώ εργαλεία διαφάνειας όπως η Διαύγεια και το gov.gr συγκρότησαν ένα πλαίσιο λογοδοσίας που δεν μπορεί να αγνοείται. Το επιχείρημα ότι «όλοι το ίδιο έκαναν» αποδυναμώνεται όταν αντιπαραβάλλεται με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που περιόρισαν –έστω μερικώς– το φαινόμενο.


Παράλληλα, η ανάδειξη των υποθέσεων δεν φαίνεται να προήλθε από εσωτερική πολιτική πρωτοβουλία, αλλά από εξωτερική θεσμική παρέμβαση. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι οι αλλαγές που παρουσιάζονται ως μεταρρυθμίσεις αποτελούν περισσότερο αναγκαστική προσαρμογή παρά προϊόν στρατηγικής επιλογής. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή μοιάζει αποσπασματική και χρονικά μετατεθειμένη, χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα των καταγγελιών που αφορούν ήδη ασκηθείσα εξουσία.

Advertisement


Το πολιτικό βάρος μεταφέρεται έτσι στην απουσία άμεσων κινήσεων ευθύνης. Η μη απαίτηση παραιτήσεων και η μετάθεση ουσιαστικών παρεμβάσεων στο μέλλον ενισχύουν την εντύπωση αδράνειας ή πολιτικού υπολογισμού. Σε μια συγκυρία όπου η κοινωνία αναμένει σαφή ρήξη με πρακτικές διαφθοράς, η ηπιότητα των αντιδράσεων εκλαμβάνεται ως ένδειξη περιορισμένης πολιτικής βούλησης.


Την ίδια στιγμή, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της συμμόρφωσης με αποφάσεις της Συμβούλιο της Επικρατείας, ιδίως σε ό,τι αφορά υποθέσεις που άπτονται θεμελιωδών δικαιωμάτων και της διαφάνειας στη λειτουργία του κράτους. Η μη πλήρης εφαρμογή τέτοιων αποφάσεων επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη τεταμένο κλίμα και τροφοδοτεί την καχυποψία.


Το συμπέρασμα που αναδύεται είναι σαφές: η αντιμετώπιση του ρουσφετιού και των παράνομων πρακτικών δεν εξαρτάται από εξαγγελίες ή θεσμικές ακροβασίες, αλλά από άμεσες, απτές και πολιτικά κοστοβόρες αποφάσεις. Χωρίς αυτές, κάθε επίκληση μεταρρύθμισης κινδυνεύει να εκληφθεί ως διαχείριση κρίσης και όχι ως ουσιαστική τομή.

Advertisement
Advertisement