ΓΝΩΜΕΣ
Μητσοτάκης: Από το «ή εγώ ή το χάος» στο «ελπίδα ή περιπέτεια» – Η κυβέρνηση ποντάρει ξανά στον φόβο
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, το Μαξίμου ανεβάζει τους τόνους απέναντι στην αντιπολίτευση και επενδύει στο δίλημμα της «σταθερότητας» – Στο στόχαστρο ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ, με τον πρωθυπουργό να προειδοποιεί ακόμη και για «περιπέτεια»
Η προεκλογική στρατηγική της κυβέρνησης αρχίζει να γίνεται όλο και πιο καθαρή. Και όσο δυσκολότερο γίνεται για τη Νέα Δημοκρατία να στηρίξει το πολιτικό της αφήγημα αποκλειστικά στον απολογισμό της διακυβέρνησης, τόσο περισσότερο επιστρέφει σε μια παλιά και δοκιμασμένη συνταγή: τον φόβο απέναντι στην επόμενη μέρα.
Το νέο δίλημμα διατυπώθηκε πλέον από τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη: «ελπίδα ή περιπέτεια».
Πίσω από τις λέξεις βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική στόχευση. Η ΝΔ επιχειρεί να ταυτίσει τον εαυτό της με τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη «σοβαρότητα», παρουσιάζοντας την κυβερνητική εναλλαγή περίπου ως άλμα στο άγνωστο.
Και στο στόχαστρο βρίσκονται πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ.
Από το «Μητσοτάκης ή χάος» στην «ελπίδα ή περιπέτεια»
Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο.
Από το «Μητσοτάκης ή χάος» η κυβερνητική επιχειρηματολογία πέρασε στο «ελπίδα ή περιπέτεια», ενώ στη δημόσια αντιπαράθεση έχουν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και αναφορές που συνέδεσαν την πολιτική σταθερότητα ακόμη και με τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει το Μαξίμου είναι σαφές: μπορεί να υπάρχουν προβλήματα, μπορεί να υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά η εναλλακτική λύση παρουσιάζεται ως μεγαλύτερος κίνδυνος.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια μετατόπισης της προεκλογικής συζήτησης. Από το ερώτημα «τι έκανε η κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια;», στο ερώτημα «τι θα συμβεί εάν φύγει;».
Και αυτή η μετατόπιση μόνο τυχαία δεν είναι.
Διότι όσο η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο υποθετικό «χάος» της επόμενης ημέρας, τόσο λιγότερο περιστρέφεται γύρω από την καθημερινότητα της σημερινής.
Γύρω από την ακρίβεια. Το στεγαστικό. Τη δημόσια Υγεία. Την αγοραστική δύναμη. Τη λειτουργία των θεσμών. Τις υποθέσεις που έχουν προκαλέσει πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη διαφάνεια και το Κράτος Δικαίου.
Η αντιπολίτευση ως «κίνδυνος»
Η επίθεση προς τους βασικούς αντιπάλους της ΝΔ γίνεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα.
Απέναντι στην ΕΛΑΣ, η κυβέρνηση επαναφέρει το παρελθόν του Αλέξη Τσίπρα, την περίοδο των μνημονίων και το επιχείρημα του δημοσιονομικού κινδύνου.
Απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, επιχειρεί να οικοδομήσει την εικόνα ενός κόμματος που έχει χάσει τη «σοβαρότητα» και την «αξιοπιστία» του, φτάνοντας στον χαρακτηρισμό περί «πράσινου ΣΥΡΙΖΑ».
Η στρατηγική είναι εμφανής: οι διαφορετικοί πολιτικοί αντίπαλοι πρέπει να χωρέσουν κάτω από την ίδια ομπρέλα, ώστε απέναντί τους να εμφανίζεται μία και μοναδική επιλογή «σταθερότητας» – η Νέα Δημοκρατία.
Το πρόβλημα για το κυβερνητικό αφήγημα είναι ότι η δημοκρατική εναλλαγή στην εξουσία δεν αποτελεί από μόνη της συνώνυμο της αστάθειας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική σύγκρουση που θα ενταθεί όσο πλησιάζουν οι κάλπες.
Όταν ο απολογισμός δίνει τη θέση του στον φόβο της επόμενης ημέρας
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται το έργο της και να αντιπαρατίθεται με τα προγράμματα των πολιτικών της αντιπάλων. Εκεί ακριβώς, όμως, βρίσκεται και το ουσιαστικό ερώτημα: η σύγκριση θα γίνει πάνω σε πολιτικές, αποτελέσματα και συγκεκριμένες προτάσεις ή πάνω στον φόβο για το τι μπορεί να συμβεί αν αλλάξει η κυβέρνηση;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη δώσει το περίγραμμα της δικής του προεκλογικής στρατηγικής.
Το «ελπίδα ή περιπέτεια» θα συνοδεύσει, όπως ο ίδιος είπε, την πορεία προς τις επόμενες εκλογές.
Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης απαντά ότι το συγκεκριμένο δίλημμα επιχειρεί να καλλιεργήσει φόβο και αντιπαραθέτει την «πολιτική αλλαγή», θέτοντας στο επίκεντρο την αγοραστική δύναμη, τη στέγη, την Υγεία και τους θεσμούς.
Κάπως έτσι διαμορφώνεται ήδη το πεδίο της επόμενης μεγάλης πολιτικής σύγκρουσης: η κυβέρνηση θα επιδιώξει να κάνει τις εκλογές δημοψήφισμα για τη σταθερότητα, ενώ η αντιπολίτευση θα επιχειρήσει να τις μετατρέψει σε απολογισμό της κυβερνητικής θητείας.
Και όσο πλησιάζει η κάλπη, το ερώτημα θα επανέρχεται: θα κριθεί η επόμενη κυβέρνηση πάνω σε όσα έκανε και σε όσα προτείνει ή πάνω στον φόβο για το τι μπορεί να συμβεί χωρίς αυτήν;
