ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο Βουλευτής Χαλκιδικής του ΠΑΣΟΚ Απόστολος Πάνας είπε τα αυτονόητα
Σχόλιο: Γαβρής Άγγελος
Η δήλωση του Απόστολου Πάνα ότι οι όμορες προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να επικοινωνούν μεταξύ τους προκάλεσε την αναμενόμενη κυβερνητική αντίδραση και, δυστυχώς, μια αμυντική αντίδραση από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Η Χαριλάου Τρικούπη χαρακτήρισε τις αναφορές του βουλευτή «άστοχες προσωπικές απόψεις». Μόνο που εδώ υπάρχει ένα ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα: τι ακριβώς είναι άστοχο σε αυτό που είπε;
Ο Πάνας δεν ανακοίνωσε συμφωνία, δεν μοίρασε υπουργεία, ούτε προανήγγειλε κάποια μετεκλογική συναλλαγή. Διατύπωσε μια πολιτική θέση: ότι δυνάμεις οι οποίες κινούνται στον ευρύτερο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και της προοδευτικής παράταξης πρέπει να μπορούν να συνομιλούν. Και την εξέφρασε δημόσια, με θάρρος και παρρησία, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική πολιτική συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ανάμεσα στην κυβερνητική κυριαρχία και στην ενίσχυση ενός σκληρότερου δεξιού και ακροδεξιού λόγου.
Η πολιτική αλήθεια πίσω από τη δήλωση Πάνα
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν το ΠΑΣΟΚ θα συνεργαστεί αύριο με τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό είναι μια διαφορετική συζήτηση και θα κριθεί από πολιτικά προγράμματα, συσχετισμούς και –πρωτίστως– από την ψήφο των πολιτών. Το ζήτημα είναι εάν μια μεγάλη δημοκρατική παράταξη μπορεί να θεωρεί περίπου απαγορευμένη ακόμη και τη συζήτηση μεταξύ προοδευτικών δυνάμεων.
Διότι άλλο πράγμα η πολιτική αυτονομία του ΠΑΣΟΚ και άλλο η πολιτική απομόνωση. Το ΠΑΣΟΚ δικαιούται και οφείλει να διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υψώσει τείχη απέναντι σε κάθε δύναμη ή κοινωνικό ρεύμα που τοποθετείται απέναντι στη συντηρητική διακυβέρνηση και στην Ακροδεξιά.
Αντιθέτως, ένα κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει πρέπει να μπορεί να μιλάει με την κοινωνία αλλά και να διαμορφώνει πολιτικές και κοινωνικές πλειοψηφίες. Η προοδευτική διακυβέρνηση δεν μπορεί να είναι απλώς σύνθημα. Χρειάζεται προγραμματικές συγκλίσεις για το κοινωνικό κράτος, την εργασία, τη δημόσια Υγεία και Παιδεία, τη στεγαστική κρίση, τους θεσμούς, τις ανισότητες και την προστασία της δημοκρατίας.
Αυτό ακριβώς πρέπει να είναι το πεδίο της συζήτησης: σύμπλευση σε επίπεδο πολιτικών και όχι κομματικών μηχανισμών. Κανείς δεν χρειάζεται να διαγράψει την ιστορία, τις διαφορές ή τις ευθύνες του παρελθόντος. Οι προοδευτικές δυνάμεις, όμως, έχουν την υποχρέωση να γνωρίζουν πού μπορούν να συναντηθούν όταν απέναντί τους διαμορφώνεται ένας διαφορετικός κοινωνικός και πολιτικός συνασπισμός.
Το λάθος είναι να χαρίζεται η συζήτηση στη Νέα Δημοκρατία
Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να μετατρέπει οποιαδήποτε αναφορά σε προοδευτική συνεννόηση σε σενάριο «συγκυβέρνησης Ανδρουλάκη – Τσίπρα». Είναι μια απολύτως κατανοητή επικοινωνιακή στρατηγική: επιχειρεί να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη φθορά της κυβερνητικής πολιτικής στις εσωτερικές σχέσεις της αντιπολίτευσης.
Η προοδευτική αντιπολίτευση, όμως, δεν έχει κανέναν λόγο να αποδέχεται τους όρους αυτού του παιχνιδιού. Πολύ περισσότερο όταν στην ευρωπαϊκή ήπειρο η άνοδος της ριζοσπαστικής και λαϊκιστικής Δεξιάς υποχρεώνει σοσιαλδημοκράτες, αριστερούς, πράσινους και φιλελεύθερους δημοκράτες να ξανασυζητούν τα όρια των συνεργασιών τους.
Γι’ αυτό και η τοποθέτηση Πάνα θα ήταν παραγωγικότερο να αντιμετωπιστεί ως αφορμή για πολιτική συζήτηση και όχι ως δήλωση από την οποία ένα κόμμα πρέπει να πάρει επειγόντως αποστάσεις. Η διαφωνία είναι θεμιτή. Η απαγόρευση, όμως, ακόμη και της ιδέας ότι οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να συνομιλούν οδηγεί σε ένα παράδοξο: να καθορίζει τελικά η Νέα Δημοκρατία ποιος επιτρέπεται να μιλάει με ποιον στην αντιπολίτευση.
Και υπάρχει ένα ακόμη μεγαλύτερο διακύβευμα. Εφόσον στις επόμενες εκλογές δεν προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση, η χώρα θα βρεθεί μπροστά σε πραγματικά διλήμματα εξουσίας. Τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι ποιος μίλησε με ποιον σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, αλλά ποια κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία μπορεί να αποτρέψει μια τρίτη διαδοχική νεοφιλελεύθερη κυβερνητική θητεία και, πολύ περισσότερο, την εξάρτησή της από δυνάμεις της Ακροδεξιάς.
Ο Απόστολος Πάνας, λοιπόν, δεν είπε κάτι πολιτικά εξωφρενικό. Είπε δυνατά μια συζήτηση που ούτως ή άλλως υπάρχει μέσα στην κοινωνία και στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Και σε εποχές κατά τις οποίες ο ακροδεξιός λόγος επιχειρεί να μετακινήσει συνολικά την πολιτική ατζέντα προς τα δεξιά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι περισσότερα στεγανά μεταξύ των δημοκρατικών δυνάμεων.
Το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε δικαίωμα να επιμένει ότι διεκδικεί αυτόνομα την κυβερνητική αλλαγή και ότι αποτελεί τον βασικό εκφραστή της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να διακηρύσσει χωρίς φοβικά σύνδρομα κάτι εξίσου καθαρό: αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση και πολιτικός διάλογος δεν σημαίνει κομματική συγχώνευση. Αυτό, τελικά, είναι και το ουσιαστικό περιεχόμενο της παρέμβασης Πάνα.
