ΓΝΩΜΕΣ
Το ΠΑΣΟΚ με το Πρόγραμμά του ξαναμιλά ως κόμμα εξουσίας – Ένα πρόγραμμα που απαντά στην ακρίβεια, τη στέγη και την εργασία
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική κατά τις οποίες η σύγκριση δεν γίνεται ανάμεσα σε δύο καταλόγους μέτρων, αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη χώρα. Αυτό ακριβώς συνέβη στη φετινή ΔΕΘ.
Γράφει ο Θοδωρής Τζαφέρης*
Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσιαστική πολιτική και κοινωνική υπεροχή του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ απέναντι όχι μόνο στις κυβερνητικές εξαγγελίες, αλλά και στις περισσότερες προτάσεις που έχουν μέχρι σήμερα παρουσιαστεί από τον χώρο της αντιπολίτευσης.
Δεν πρόκειται για το ποιος υπόσχεται περισσότερα. Πρόκειται για το ποιος απαντά στο βασικό ερώτημα της επόμενης ημέρας: πώς θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο παράγεται, διανέμεται και τελικά φτάνει ο πλούτος στην ελληνική κοινωνία.
Ο Μητσοτάκης διορθώνει το μοντέλο του – Το ΠΑΣΟΚ προτείνει να το αλλάξει
Η κυβέρνηση παρουσίασε στη ΔΕΘ ένα πακέτο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μόνιμη ετήσια ενίσχυση 400 ευρώ για τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών, επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για τους δημοσίους υπαλλήλους από το 2027, φορολογικές παρεμβάσεις για τρίτεκνους και αγρότες, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, αλλαγές για ελεύθερους επαγγελματίες, νέο «Σπίτι μου III» και πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις.
Δεν είναι αμελητέα μέτρα. Θα ήταν δημοσιογραφικά λάθος να παρουσιαστούν ως τέτοια. Το πολιτικό τους όριο βρίσκεται αλλού: δεν αμφισβητούν τον πυρήνα του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου που εφαρμόζεται σήμερα.
Το ΠΑΣΟΚ αντιθέτως οργανώνει την πρότασή του γύρω από επτά τομές: ακρίβεια και λειτουργία της αγοράς, παραγωγικό μοντέλο, εργασία και συντάξεις, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, δημόσια Υγεία και Παιδεία και, τέλος, κράτος αξιοκρατίας και λογοδοσίας.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη διαφορά. Η κυβέρνηση προσπαθεί κυρίως να βελτιώσει το διαθέσιμο εισόδημα μέσα στο υφιστάμενο σύστημα. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρέμβει ταυτόχρονα στους μηχανισμούς που παράγουν την ανισότητα.
Και αυτό είναι πολιτική.
Στην ακρίβεια, όχι μόνο επίδομα – Παρέμβαση στην ίδια την αγορά
Η ακρίβεια είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν σταματά στην ενίσχυση του καταναλωτή μετά την αύξηση των τιμών. Προβλέπει ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, αυστηρότερο έλεγχο των ενδοομιλικών συναλλαγών των πολυεθνικών, έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών ολιγοπωλίων όταν αυτή τεκμηριώνεται από τις αρμόδιες Αρχές και στοχευμένη, προσωρινή μείωση ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η ενεργειακή πρόταση: το ΠΑΣΟΚ θέτει μετρήσιμο στόχο μείωσης της συνολικής τιμής της κιλοβατώρας κατά 20% το 2027 και κατά 30% μέχρι το τέλος της τετραετίας, προτείνοντας σταθερότερα τιμολόγια, μακροχρόνια συμβόλαια, επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση και προτεραιότητα στις ενεργειακές κοινότητες Δήμων, αγροτών και μικρομεσαίων.
Η διαφορά είναι βαθιά πολιτική. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα επιστρέψει το κράτος στον πολίτη. Είναι γιατί ο πολίτης πληρώνει τόσο ακριβά εξαρχής.
13ος μισθός αντί για 500 ευρώ – 13η σύνταξη αντί για ετήσια ενίσχυση
Η σύγκριση γίνεται ακόμη καθαρότερη στους δημοσίους υπαλλήλους και στους συνταξιούχους.
Η κυβέρνηση εξήγγειλε επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά στους δημοσίους υπαλλήλους από το 2027. Το ΠΑΣΟΚ προτείνει σταδιακή επαναφορά του 13ου μισθού.
Η κυβέρνηση αυξάνει στα 400 ευρώ την ετήσια ενίσχυση για τους συνταξιούχους και τη διευρύνει στο σύνολο όσων είναι άνω των 65 ετών. Το ΠΑΣΟΚ απαντά με σταδιακή επαναφορά της 13ης σύνταξης, νέο ΕΚΑΣ για τους χαμηλοσυνταξιούχους, μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, ξεπάγωμα επικουρικών συντάξεων και αλλαγές στα ποσοστά αναπλήρωσης.
Εδώ αποτυπώνονται δύο διαφορετικές φιλοσοφίες.
Η μία αντιλαμβάνεται την κοινωνική πολιτική κυρίως ως στοχευμένη εισοδηματική ενίσχυση. Η άλλη επιχειρεί να επαναφέρει μόνιμους θεσμούς εισοδήματος και κοινωνικής προστασίας.
Για μια σοσιαλδημοκρατική πρόταση εξουσίας, αυτή η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Το μεγάλο ατού του ΠΑΣΟΚ είναι η εργασία
Υπάρχει όμως ένα πεδίο όπου η απόσταση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη: οι εργασιακές σχέσεις.
Το ΠΑΣΟΚ προτείνει πλήρη αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στον καθορισμό του κατώτατου μισθού, καθολική ισχύ των κλαδικών συμβάσεων, μετενέργεια, επαναφορά του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, κατάργηση του 13ωρου και πιλοτική εφαρμογή τετραήμερης εργασίας με πλήρεις αποδοχές σε συγκεκριμένους κλάδους.
Αυτό δεν είναι μια ακόμη παροχή.
Είναι ανακατανομή διαπραγματευτικής ισχύος υπέρ της εργασίας.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα ισχυρότερα ιδεολογικά στοιχεία της πρότασης Ανδρουλάκη. Δεν υπόσχεται απλώς στον εργαζόμενο ότι το κράτος θα του επιστρέψει κάποια χρήματα. Του δίνει εργαλεία ώστε να μπορεί ο ίδιος, συλλογικά, να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο από τον πλούτο που παράγει.
Στέγη: Δάνεια ή περισσότερα σπίτια στην αγορά;
Στο στεγαστικό η κυβέρνηση ανακοίνωσε το «Σπίτι μου III», συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ, για χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας.
Είναι μια υπαρκτή παρέμβαση, αλλά παραμένει προσανατολισμένη κυρίως στην πλευρά της ζήτησης.
Το ΠΑΣΟΚ βάζει στο τραπέζι το GenRent με 40.000 κοινωνικές κατοικίες, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ανακαίνιση υφιστάμενων κτιρίων. Προσθέτει κίνητρα για να επιστρέψουν κλειστά ακίνητα στη μακροχρόνια μίσθωση, περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση όπου αποδεδειγμένα υπάρχει υπερβολική στεγαστική πίεση και πλαφόν στις ετήσιες αυξήσεις ενοικίων σε συγκεκριμένες ζώνες.
Η διαφορά εδώ είναι σχεδόν σχολική ως προς την οικονομική πολιτική.
Όταν υπάρχει έλλειμμα προσφοράς κατοικιών, η επιδότηση της δυνατότητας αγοράς μπορεί να βοηθήσει τους δικαιούχους, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να θεραπεύσει τη στενότητα της αγοράς. Η αύξηση της προσφοράς προσιτής και κοινωνικής κατοικίας επιχειρεί να παρέμβει στην αιτία του προβλήματος.
Το ιδιωτικό χρέος που σχεδόν όλοι αποφεύγουν
Ίσως η πιο πολιτικά υποτιμημένη πλευρά του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ είναι η πρόταση για το ιδιωτικό χρέος.
Προβλέπει προστασία της πρώτης κατοικίας με νέο πλαίσιο, υποχρεωτική συμμετοχή των πιστωτών στον εξωδικαστικό μηχανισμό, δικαίωμα προτεραιότητας του συνεργάσιμου δανειολήπτη στην εξαγορά του δανείου του και 120 δόσεις για χρέη προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, με κούρεμα τόκων και προσαυξήσεων.
Εδώ το ΠΑΣΟΚ ακουμπά μια πραγματική νάρκη της ελληνικής οικονομίας: χιλιάδες νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις μπορεί να εμφανίζονται οικονομικά ενεργά, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένα σε παλαιά χρέη.
Χωρίς λύση σε αυτό το πρόβλημα, οποιαδήποτε συζήτηση περί παραγωγικής ανασυγκρότησης των μικρομεσαίων παραμένει ελλιπής.
Και παραγωγή – όχι μόνο αναδιανομή
Θα ήταν, όμως, λάθος να διαβαστεί το πρόγραμμα Ανδρουλάκη ως ένας κατάλογος κοινωνικών παροχών. Το πιο ενδιαφέρον πολιτικά χαρακτηριστικό του είναι ότι επιχειρεί να συνδέσει την κοινωνική δικαιοσύνη με την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Επενδύσεις, μεταποίηση, εξαγωγές, υποδομές, ενεργειακό κόστος, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, περιφερειακή ανάπτυξη και καλύτερες θέσεις εργασίας αντιμετωπίζονται ως τμήματα της ίδιας εξίσωσης.
Αυτό είναι σημαντικό διότι μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στο πώς θα μοιράσει δικαιότερα έναν δεδομένο πλούτο. Πρέπει να εξηγεί πώς θα παραχθεί περισσότερος πλούτος και ποιοι θα συμμετέχουν στην παραγωγή και στη διανομή του.
Το πρόγραμμα που ξαναδίνει πολιτικό περιεχόμενο στο ΠΑΣΟΚ
Εδώ, τελικά, βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική σημασία της ΔΕΘ για το ΠΑΣΟΚ.
Για πρώτη φορά εδώ και αρκετό διάστημα, η συζήτηση γύρω από το κόμμα μπορεί να μετακινηθεί από τα ποσοστά, τις εσωκομματικές ισορροπίες και τα σενάρια συνεργασιών στο πραγματικό πεδίο όπου κρίνεται ένα κόμμα εξουσίας: στο τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει εάν κυβερνήσει.
Και το πρόγραμμα που παρουσίασε ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει μια ιδιότητα που έλειπε από μεγάλο μέρος της αντιπολιτευτικής συζήτησης των τελευταίων χρόνων. Έχει αρχή, μέση και τέλος.
Συνδέει την ακρίβεια με τη ρύθμιση της αγοράς, τους μισθούς με τις συλλογικές συμβάσεις, τη στέγη με την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, το δημογραφικό με το κοινωνικό κράτος, το ιδιωτικό χρέος με την παραγωγική οικονομία, την ενέργεια με τις υποδομές και την ανάπτυξη με τη δικαιότερη διανομή του πλούτου.
Αυτό ακριβώς το κάνει πολιτικά ισχυρότερο από μια απλή πλειοδοσία παροχών.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε επιμέρους πρόταση του ΠΑΣΟΚ είναι αδιαμφισβήτητη ή ότι δεν απαιτεί περαιτέρω δημοσιονομική εξειδίκευση. Ένα πρόγραμμα εξουσίας οφείλει να περάσει από την αυστηρότερη δυνατή δοκιμασία κόστους, εφαρμογής και αποτελέσματος.
Όμως, ως συνολική πολιτική αρχιτεκτονική, η πρόταση που παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη έχει κάτι που σήμερα σπανίζει: περιγράφει όχι απλώς διαφορετικά μέτρα, αλλά διαφορετικές προτεραιότητες.
Και γι’ αυτό η πραγματική σύγκριση μετά τη ΔΕΘ δεν είναι «400 ή 13η σύνταξη», «500 ευρώ ή 13ος μισθός», «Σπίτι μου III ή GenRent».
Η πραγματική σύγκριση είναι ανάμεσα σε μια πολιτική που επιχειρεί να διορθώσει τις κοινωνικές συνέπειες του σημερινού μοντέλου και σε μια πρόταση που φιλοδοξεί να αλλάξει τους κανόνες που τις παράγουν.
Αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να εξηγήσει αυτή τη διαφορά με την ίδια καθαρότητα με την οποία την περιγράφει το πρόγραμμά του, τότε η ΔΕΘ του 2026 μπορεί να αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια επιτυχημένη παρουσία ενός αρχηγού της αντιπολίτευσης.
Μπορεί να αποτελέσει το σημείο από το οποίο το ΠΑΣΟΚ αρχίζει ξανά να διεκδικεί την κυβέρνηση με πολιτικούς και όχι απλώς δημοσκοπικούς όρους.
