ΓΝΩΜΕΣ
Από την «μη εμπλοκή» στον παράνομο Πόλεμο ΗΠΑ/Ισραήλ η Ιράν στην επιχειρησιακή συμμετοχή: το αφήγημα καταρρέει μπροστά στα δεδομένα
Η εικόνα που επιχειρεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση περί «ουδέτερης» Ελλάδας σε μια ολοένα και πιο εκρηκτική γεωπολιτική συγκυρία προσκρούει στα ίδια τα γεγονότα. Η παραδοχή του υπουργού Άμυνας Νίκος Δένδιας ότι ελληνική συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία κατέρριψε ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους δεν συνιστά απλώς ενημέρωση επιχειρησιακού χαρακτήρα. Είναι de facto επιβεβαίωση ότι η χώρα συμμετέχει ενεργά σε πολεμικές επιχειρήσεις, έστω και χωρίς τυπική εμπόλεμη ιδιότητα.
Το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα είναι πλέον εμφανές. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης επιμένουν στη γραμμή της «μη εμπλοκής». Ωστόσο, όταν ελληνικά οπλικά συστήματα αναχαιτίζουν πυραύλους σε ενεργό πολεμικό πεδίο, η έννοια της ουδετερότητας μετατρέπεται σε επικοινωνιακό κατασκεύασμα.
Στη στρατιωτική ορολογία, πρόκειται για συμμετοχή σε εχθροπραξίες με απτό επιχειρησιακό αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα δεν λειτουργεί πλέον ως απλός σύμμαχος, αλλά ως κρίσιμος κόμβος της δυτικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής. Η βάση της Σούδας, οι υποδομές σε Αλεξανδρούπολη, Λάρισα και Άραξο, καθώς και η ανάπτυξη αντιαεροπορικών συστημάτων σε σημεία υψηλής γεωστρατηγικής σημασίας, συγκροτούν ένα πλέγμα που συνδέει άμεσα τη χώρα με τα επιχειρησιακά σχέδια των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ. Το αποτέλεσμα είναι σαφές: η Ελλάδα εντάσσεται σε μια διαλειτουργική αεράμυνα που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εμπλοκή δεν είναι θεωρητική. Τα ελληνικά συστήματα καθίστανται δυνητικοί στόχοι, το προσωπικό εκτίθεται σε πραγματικούς κινδύνους και η χώρα αποκτά ρόλο εντός του θεάτρου επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή με πολλαπλές συνέπειες, οι οποίες δεν εξαντλούνται στο στρατιωτικό επίπεδο αλλά επεκτείνονται στην οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Η διεθνής διάσταση εντείνει την πίεση. Η σύγκρουση ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ, με άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ, μετατρέπεται σε πολυεπίπεδο ενεργειακό πόλεμο. Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και ειδικά των Στενών του Ορμούζ καθίσταται κομβική, καθώς οποιαδήποτε διαταραχή μεταφράζεται σε εκτίναξη τιμών ενέργειας και άμεση επιβάρυνση των ευρωπαϊκών οικονομιών. Το κόστος μετακυλίεται με ταχύτητα στα νοικοκυριά, εντείνοντας την ήδη ασφυκτική συνθήκη ακρίβειας.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή στάση αποκαλύπτει δομικές αντιφάσεις. Η περιορισμένη συμμετοχή κρατών-μελών σε κρίσιμες αποστολές στην Ερυθρά Θάλασσα καταδεικνύει τα όρια της λεγόμενης «στρατηγικής αυτονομίας». Η Ελλάδα, αντί να λειτουργεί στο πλαίσιο μιας συλλογικής ευρωπαϊκής ισορροπίας, εμφανίζεται να αναλαμβάνει δυσανάλογο βάρος, ενισχύοντας την έκθεσή της.
Στο παρασκήνιο, η Τουρκία κινείται με όρους ψυχρού ρεαλισμού, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους τόσο με τη Δύση όσο και με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα επαναφέρει τη γνωστή αναθεωρητική της ατζέντα έναντι της Ελλάδας.
Η αντίδρασή της για την ανάπτυξη Patriot στην Κάρπαθο δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης και αμφισβήτησης.
Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα αλλά είναι πολιτικά εκρηκτικό. Η Ελλάδα μπορεί να μην έχει κηρύξει πόλεμο, ωστόσο συμμετέχει σε μια επιχειρησιακή πραγματικότητα που παράγει πολεμικά αποτελέσματα. Η ουδετερότητα, όπως παρουσιάζεται από την κυβέρνηση, δεν συνιστά στρατηγική. Συνιστά αφήγημα που καταρρέει υπό το βάρος των ίδιων των επιλογών της.
