Άρθρο: Νάντια Γιαννακοπούλου: “Υπάρχει ανάγκη για μια βαθιά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση”

Γράφει η Νάντια Γιαννακοπούλου, Βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με το Κίνημα Αλλαγής

Αν κάποιος με ρωτούσε ποια είναι η πρώτη σε προτεραιότητα μεταρρύθμιση που χρειάζεται μια Κυβέρνηση να υλοποιήσει στην Ελλάδα, θα απαντούσα χωρίς ενδοιασμό ότι είναι μια ριζική Μεταρρύθμιση στον χώρο της Παιδείας.

Πρώτον, γιατί η χώρα παρουσιάζει υστέρηση και αυτό αποδεικνύουν διεθνείς δείκτες και σειρά μελετών, εκθέσεων διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ κ.ά. Παράλληλα γιατί όλοι ζούμε σ΄αυτή την χώρα, μεγαλώνουμε παιδιά και τα ερεθίσματά μας είναι συχνά προβληματικά.

Δεύτερο, γιατί έχουμε εισέλθει σε εποχές υψηλών ταχυτήτων, στις οποίες η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η ψηφιοποίηση των πάντων και η δυναμική είσοδος της ρομποτικής ανατρέπουν τα πάντα στην ζωή μας, στον τρόπο που μορφωνόμαστε, εργαζόμαστε, στις προσωπικές, κοινωνικές, εργασιακές σχέσεις. Μέσα σε συνθήκες δε παγκοσμιοποίησης τα παιδιά μας θα βρεθούν μέσα σε ένα ακραία ανταγωνιστικό περιβάλλον, στο οποίο έστω για ένα μεταβατικό στάδιο θα χαθούν παγκοσμίως  θέσεις εργασίας, θα χρειάζονται αυξημένα σύγχρονα προσόντα και δεξιότητες και θα είναι αδήριτη ανάγκη να υπάρχει μια δια βίου κατάρτιση και επανακατάρτιση (Riskilling – Upskilling) μιας και είναι δεδομένη και κοινή η πρόβλεψη όλων των προσεγγίσεων που υπάρχουν,  ότι τα παιδιά μας θα πρέπει να είναι σε θέση να αλλάξουν πέντε με έξι επαγγέλματα στον εργασιακό τους βίο.

Αυτή είναι η κατάσταση και αυτή θα είναι η σκληρή πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Ας κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις:

          Η Μεταρρύθμιση στην Παιδεία που αποτελεί την πρώτη ανθρώπινη, κοινωνική και αναπτυξιακή επένδυση για τη χώρα μας θα πρέπει να εναρμονίζεται με τις ανάγκες του νέου Αναπτυξιακού Μοντέλου. Το Μοντέλο στήριξης τόσο πολύ στον Τουρισμό και μάλιστα με την σημερινή μορφή του λειτουργίας τον μισό χρόνο και το «φτιάξε παντού Σχολές σε κάθε πόλη και κωμόπολη για να κινείται χρήμα και στην Περιφέρεια και να στηρίζεται έτσι μια τοπική ανάπτυξη συχνά σε βάρος φοιτητών που δεν αποφοιτούν ποτέ και γονείς που πληρώνουν» τελείωσε. Σήμερα η Ελλάδα πρέπει να μπει στην πρωτοπορία των επενδύσεων στην Πράσινη Ανάπτυξη, στην αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας, στην ψηφιακή μετάβαση και αυτό απαιτεί και ανθρώπινο προσωπικό υψηλών γνώσεων και δυνατοτήτων. Παράλληλα χρειάζονται ειδικότητες που σπανίζουν πια όπως έδειξε και πρόσφατη έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά, όπου Επιχειρήσεις δήλωναν ότι δεν μπορούν να βρουν ειδικότητες όπως τεχνίτες και τεχνικούς όλων των κατηγοριών, Ηλεκτρολόγους, ηλεκτρονικούς, χειριστές μηχανημάτων κ.ά

 

          Χρειάζεται επομένως ένα νέο Μοντέλο και στην Παιδεία που θα εξασφαλίζει από την μια κλασικές γνώσεις σ’ όλα τα επίπεδα, την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την μείωση της αποστήθισης και την αύξηση του ρόλου να μάθει ένας νέος να εργάζεται πάνω σε ένα πλάνο, σε ένα project, την εκμάθηση πάνω από μίας ξένης γλώσσας. Είναι αδιανόητο για παράδειγμα ένας Έλληνας να μην μαθαίνει τελικά βασικά ιστορικά γεγονότα, ή να συναντάς μαθητές που φτάνουν Λύκειο και δεν γνωρίζουν τις τέσσερις πράξεις. Όπως δεν μπορεί ομάδες μαθητών να μην εργάζονται πάνω σε εργασίες για την Κλιματική Αλλαγή ή άλλα θέματα που θα καθορίσουν την ζωή τους. Χρειάζεται επομένως μια συνολική επαναχάραξη των γνώσεων που πρέπει να παρέχονται, των δεξιοτήτων που πρέπει να αποκτούνται, του αναλυτικού προγράμματος από το Νηπιαγωγείο μέχρι και το Λύκειο, του ή  των βιβλίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται, των μεθόδων διδασκαλίας και αξιολόγησης των μαθητών μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Αντίστοιχα αλλαγές χρειάζονται στα Α.Ε.Ι, σε ένα ευρύ δίκτυο Ι.Ε.Κ και άλλων δομών κατάρτισης και επανακατάρτισης. Είναι αυτονόητο ότι αυτές οι μετατροπές απαιτούν και νέες πολιτικές διαμόρφωσης των αναγκαίων υποδομών και του εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού των σχολικών μονάδων. Αν πριν κάποιες δεκαετίες το στοίχημα ήταν να περάσουν όλα τα σχολεία σε πρωινή βάρδια, τώρα είναι να μετατραπούν σε σύγχρονα, ανοικτά στις ανάγκες, ψηφιακά κέντρα μάθησης.

 

          Θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι πως όταν μιλάμε για Παιδεία, είναι αυτονόητο ότι σ’ αυτή τη συζήτηση υπάρχει ένας και μόνο πρωταγωνιστής, υπάρχει μόνο ένας για τον οποίο εργαζόμαστε και αυτός είναι ο κάθε μαθητής, είναι η Νεολαία για το συμφέρον της οποίας όλοι, εκπαιδευτικοί, γονείς, κόμματα, φορείς αποδεχόμαστε να εργαστούμε με πληρότητα, ικανότητα, αποτελεσματικότητα. Θέλουμε μαθητές που θα διψούν για μάθηση, που θα θέλουν την διάκριση και την αριστεία που κάποιοι θεωρούν σχεδόν ντροπή, που έχουν φιλοδοξία να αντιμετωπίσουν την πραγματική ζωή και τις προκλήσεις της. Έτσι για παράδειγμα είναι αναγκαίο από την πλευρά του Υπουργείου να υπάρχει ένα σύστημα σεμιναρίων, ένα σχέδιο διαρκούς κατάρτισης των εκπαιδευτικών, όπως και από τους εκπαιδευτικούς θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν μπορεί η Ελλάδα να είναι μία από τις τρεις μόλις χώρες της Ευρώπης που δεν γίνεται αξιολόγηση. Η κάθε  Σχολική μονάδα και ο κάθε εκπαιδευτικός αυτονοήτως για το λειτούργημα που εκτελεί, πρέπει να αξιολογείται.

 

Χρειάζεται επομένως ένα συνολικό σχέδιο και έχω την αίσθηση ότι τέτοιο δεν υπάρχει. Η τελευταία φορά που δημιουργήθηκε κλίμα ότι κάτι πάει να αλλάξει, κάτι ουσιαστικό και ριζικό ήταν με τον καταγεγραμμένο στην Ιστορία ως Νόμος Διαμαντοπούλου. Ψηφίστηκε με ψήφους ρεκόρ για κάποιο τόσο σοβαρό θέμα στην Ελληνική Βουλή και από την επομένη υπονομεύτηκε λίγο ή πολύ, μέχρι που ήρθε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και τον κατήργησε. Ήταν τότε που εκατοντάδες ακαδημαϊκοί από τα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου είχαν έρθει για να συμβάλλουν σε μια μεγάλη αλλαγή και έφυγαν πεισμένοι «ότι δεν αλλάζει τίποτα στο τέλος». Η τωρινή Κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας δεν έχουν δείξει ότι έχουν το όραμα, το φτερούγισμα για μια συνολική αναμόρφωση του Εκπαιδευτικού Συστήματος.

 

Τα Νομοσχέδια  του Υπουργείου Παιδείας είχαν κάποια θετικά σημεία. Η κατάργηση του υποτιθέμενου Πανεπιστημιακού Ασύλου ή η πρόβλεψη να υπάρχει ένας στοιχειώδης πήχης για την εισαγωγή στα Α.Ε.Ι και να μην περνάνε με 3 και 4 σε σχολές φοιτητές που στο τέλος δεν θα τέλειωναν ποτέ ήταν θετικές. Η αύξηση των Προτύπων σχολείων αν και ο στόχος πρέπει να είναι η ορατή αναβάθμιση όλων των σχολείων και η πρόβλεψη για την ανάγκη αξιολόγησης των εκπαιδευτικών βρίσκονται σε μια θετική κατεύθυνση με βάση και την πανευρωπαϊκή εμπειρία.

Ωστόσο, αυτά τα χρόνια έχει φανεί μια αποσπασματικότητα χωρίς να κατατίθεται όλο το σχέδιο και αυτό  είναι από μόνο του προβληματικό. Η ανάγκη συνεχίζει να υπάρχει και είναι επιτακτική. Μέσα από ένα γενικευμένο κοινωνικό διάλογο εφ΄όλης της ύλης , θα μπορούσαν τουλάχιστον οι δυνάμεις που αντιλαμβάνονται τις προκλήσεις του μέλλοντος, οι δυνάμεις που είναι απαλλαγμένες από ιδεολογήματα, οι δυνάμεις που θέλουν ορθολογισμό και πραγματική πρόοδο να καταλήξουν σε ένα τέτοιο σχέδιο. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ