ΓΝΩΜΕΣ
Χρήστος Δούκας: “Από την ΚΡΙΣΗ στην ΟΥΤΟΠΙΑ – Υπάρχει δρόμος;”
Η λέξη «κρίση» επανέρχεται διαρκώς για να περιγράψει διαφορετικές καταστάσεις, από την προσωπική ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις μέχρι την οικονομία, την πολιτική και τους θεσμούς. Όλοι μιλούν για την κρίση ή τις κρίσεις σαν ένα κοινό σύμπτωμα της εποχής. Τι είναι όμως τελικά η κρίση;
Ας επικεντρωθούμε στη λεγόμενη κρίση της πολιτικής, με την ευρύτερη έννοια της πολιτικής στον Αριστοτέλη, ως σύνδεση της προσωπικής και καθημερινής ζωής με τη συλλογική συμβίωση. Ως μια ομπρέλα που επεκτείνεται σε κάθε τομέα της ζωής, από τις προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις μέχρι τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις σε εθνικό και πλανητικό επίπεδο.
Συνήθως μιλάμε για την κρίση της πολιτικής σαν να πρόκειται για ένα ατύχημα. Σαν να χάλασε μια μηχανή που μέχρι χθες λειτουργούσε άψογα και που, με την κατάλληλη επιδιόρθωση, μπορεί να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση ομαλής λειτουργίας. Η πολιτική όμως δεν είναι μηχανή. Είναι λόγος, ανθρώπινες σχέσεις, ιδέες, φαντασία, αντιπαραθέσεις και συγκλίσεις. Είναι όλα εκείνα που δίνουν νόημα και ενέργεια στη ζωή.
Κάποτε οι συνθήκες της ζωής έρχονται σε αντίθεση με τις εξελίξεις που διαμορφώνονται στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα οι εσωτερικές δομές του συστήματος να χρειάζεται να ανταποκριθούν δημιουργώντας ανώτερες συνθήκες λειτουργίας. Δεν υπάρχει οδός επιστροφής στο παρελθόν. Υπάρχει μόνο είτε η εσωτερική αναμόρφωση είτε η διαιώνιση της αδυναμίας ύπαρξης που οδηγεί στην παρακμή και τελικά στο τέλος της πολιτικής.
Γι’ αυτό δεν έχει σημασία να αναζητούμε λύσεις από παλαιά και φθαρμένα υλικά, αλλά να επιδιώξουμε την ουτοπία μιας διαφορετικής πραγματικότητας. Ας μη φοβόμαστε τη λέξη «ουτοπία». Δεν πρόκειται για μια ουτοπία τελειότητας όπως τη φαντάστηκε ο Πλάτων και αρκετοί μεταγενέστεροι, με τις γνωστές οδυνηρές εμπειρίες που γέννησαν ορισμένες πρακτικές εφαρμογές τέτοιων αντιλήψεων.
Πρόκειται για μια διαφορετική ουτοπία, όπως την προσέγγισε ο Μπλοχ ή ο Τζέιμσον, ως αντίθεση προς το παρόν και ως υπενθύμιση ότι υπάρχει πάντα μια εναλλακτική δυνατότητα. Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί τι γίνεται με το παρελθόν, με εκείνο το παρελθόν που ίσως μας χάρισε ορισμένες ευτυχισμένες στιγμές και εξακολουθεί να μας συνοδεύει μέσα από τη μνήμη.
Το παρελθόν όμως έχει ήδη πραγματοποιηθεί και έχει ενσωματωθεί στο παρόν. Το παρελθόν δεν είναι τίποτε άλλο από παρόν που πέρασε, όπως και το παρόν δεν είναι παρά μέλλον που έρχεται και το οποίο ήδη υπάρχει μέσα στο παρόν. Ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ. Είναι ένας συμπυκνωμένος χρόνος παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος.
Γι’ αυτό το βλέμμα στρέφεται αδιάκοπα προς το παρόν και το μέλλον. Εκεί βρίσκονται οι πιο ευτυχείς συγκυρίες της μνήμης, αλλά και όσα δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Η πραγματική υποθήκη είναι να μπορέσουν να υλοποιηθούν όσα δεν απαντήθηκαν χθες και επανέρχονται σήμερα με όρους μέλλοντος. Ίσως εδώ να επιτρέπεται ένας πιο διδακτικός τόνος, όχι ως επιβολή μιας διαχείρισης του παρόντος, αλλά ως προβολή της συλλογικής δυνατότητας του μέλλοντος.
Προς τι λοιπόν η προσκόλληση σε συνταγές που μας γυρίζουν πίσω, με εκείνη την οσμή ναφθαλίνης να καλύπτει τα ρετάλια που ανασύρονται από τη γκαρνταρόμπα για να φορεθούν σε έναν χορό μεταμφιεσμένων, σαν σκηνή από ταινία του Φελίνι;
Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τι επιδιώκουν όσοι οργανώνουν ομιλίες σε καφετέριες, μπαρ, θέατρα και άλλους κοινόχρηστους χώρους, επιχειρώντας να επιδείξουν εκείνο που λείπει. Κάτι από την οσμή του δρόμου ή της πλατείας, κάτι που διαπερνά τις καθημερινές λέξεις, τις συναναστροφές, τις ανάγκες και τις εμπειρίες, αλλά δεν μεταφέρεται ποτέ πραγματικά στις αίθουσες της απουσίας και των αναστολών. Και αντί για ιδέες και πρακτικές του ουτοπικού, βλέπουμε να αναδύονται νέοι σχηματισμοί που επικυρώνουν έναν πλουραλισμό κενό περιεχομένου, χωρίς αφηγήσεις και χωρίς προοπτική.
Κάτι αποσιωπάται μέσα σε όλα αυτά. Σαν να αποκρύβεται εκείνο το «όχι ακόμη» του Μπλοχ. Κάτι που υπάρχει αλλά αδυνατεί να εκφραστεί στην παρούσα συγκυρία. Μια ελπίδα της καθημερινότητας που μεταφέρει τα ίχνη του μέλλοντος. Μια ουτοπία της συλλογικής κίνησης προς κάτι που δεν έχει ολοκληρωθεί ποτέ, όπως η αντιμετώπιση των ανισοτήτων, της κλιματικής κρίσης, της ενεργειακής κρίσης και τόσων άλλων ανοιχτών προκλήσεων.
Αν τελικά υιοθετήσουμε τη λογική της ουτοπίας ως υπαρκτής δυνατότητας, όχι ως πορείας προς εξιδανικευμένους κόσμους αλλά ως αέναης συλλογικής προσπάθειας, τότε ίσως οδηγηθούμε σε μια διαφορετική αντίληψη για την κοινωνία και την πολιτική. Σε μια αντίληψη της ουτοπίας ως συλλογικής έκφρασης του διαρκούς κοινωνικού γίγνεσθαι, σε έναν ανοιχτό κοινό χρόνο δυνατότητας και συλλογικού νοήματος.
Όπως έγραψε ο Μπόρχες, «η αιωνιότητα αυτή δεν χρειάζεται να είναι προσωπική, δεν χρειάζεται ονοματεπώνυμα, αφού συνεισφέρουμε μαζί στο μέλλον του κόσμου, στην αθανασία, στη δική μας αθανασία».
