ΓΝΩΜΕΣ
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα είναι η “πολιτική ταφόπλακα” για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας;
Γράφει η Μακρίνα-Ελένη Πάρης
Η δημόσια παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν μια ακόμη εσωκομματική διαφοροποίηση. Δεν ήταν μια συνηθισμένη παρέμβαση «καραμανλικού» ή «σαμαρικού» προβληματισμού. Ήταν η πρώτη φορά που ένας πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας περιέγραψε, έστω έμμεσα, μια κυβέρνηση πολιτικά απονομιμοποιημένη, εγκλωβισμένη σε αλλεπάλληλες κρίσεις και αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα.
Το εσωτερικό ρήγμα στη ΝΔ δεν προκύπτει πλέον μόνο από τη φθορά της εξουσίας. Προκύπτει από τη συσσώρευση υποθέσεων που ακουμπούν τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας του κράτους και δημιουργούν ένα πρωτοφανές πολιτικό βάρος για το Μέγαρο Μαξίμου. Υποκλοπές. Τέμπη. ΟΠΕΚΕΠΕ. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Διαχείριση δημοσίου χρήματος. Απευθείας αναθέσεις. Καταγγελίες για μηχανισμούς εξουσίας που λειτουργούν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Η εικόνα αυτή δεν θυμίζει απλώς κυβέρνηση σε φθορά. Θυμίζει κυβέρνηση που χάνει σταδιακά τη δυνατότητα πολιτικής άμυνας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επενδύσει εξαρχής στο προφίλ του «εκσυγχρονιστή τεχνοκράτη». Στην πράξη όμως, η δεύτερη θητεία του εξελίσσεται σε περίοδο διαρκούς θεσμικής αμφισβήτησης. Το αφήγημα της «αποτελεσματικότητας» συγκρούεται πλέον καθημερινά με νέα στοιχεία, νέες δικογραφίες και νέες ευρωπαϊκές έρευνες που κρατούν ανοιχτό το πολιτικό μέτωπο.
Στην υπόθεση των υποκλοπών, η κυβέρνηση δεν κατάφερε ποτέ να δώσει πειστικές απαντήσεις για τη λειτουργία του παρακρατικού μηχανισμού παρακολουθήσεων. Η επίκληση «νόμιμων επισυνδέσεων» και οι συνεχείς μετατοπίσεις ευθυνών άφησαν πίσω μια βαριά σκιά πάνω από το επιτελικό κράτος του Μεγάρου Μαξίμου. Η υπόθεση έλαβε διεθνείς διαστάσεις, εξέθεσε τη χώρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και δημιούργησε σοβαρό πλήγμα αξιοπιστίας για την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Το δυστύχημα των Τεμπών αποτέλεσε το σημείο καμπής. Όχι μόνο λόγω της τραγωδίας, αλλά κυρίως λόγω της κοινωνικής αίσθησης ότι επί χρόνια αγνοούνταν προειδοποιήσεις, τεχνικές εκθέσεις και καταγγελίες εργαζομένων. Η κοινωνία δεν ξέχασε ποτέ ότι κυβερνητικά στελέχη έσπευσαν από τις πρώτες ώρες να μιλήσουν για «ανθρώπινο λάθος», πριν ακόμη ολοκληρωθεί οποιαδήποτε διερεύνηση.
Η οργή δεν περιορίστηκε στους δρόμους. Μετατράπηκε σε κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο ίδιο το πολιτικό σύστημα εξουσίας.
Και ενώ η κυβέρνηση επιχειρούσε να διαχειριστεί την πολιτική φθορά, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται οι πληροφορίες για ευρωπαϊκές έρευνες που αφορούν διαχείριση κοινοτικών πόρων, έργα και προγράμματα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εμφανίζεται πλέον σε διαδοχικές υποθέσεις που ακουμπούν τον κρατικό μηχανισμό, δημόσιες συμβάσεις και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εξελίσσεται σε ένα ακόμη βαρύ πολιτικό φορτίο. Οι έρευνες για κοινοτικές ενισχύσεις, διασταυρώσεις στοιχείων και πιθανές παρατυπίες επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ερώτημα που η κυβέρνηση δυσκολεύεται να απαντήσει: πόσο στεγανός είναι τελικά ο μηχανισμός διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων;
Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο πολιτικά όταν συνδέεται με τη συνολική εικόνα ενός κράτους που λειτουργεί με υπερσυγκέντρωση εξουσίας γύρω από το πρωθυπουργικό γραφείο.
Το πρόβλημα για τη ΝΔ δεν είναι μόνο δικαστικό ή κοινοβουλευτικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
Η ακρίβεια παραμένει ανεξέλεγκτη. Το στεγαστικό εξελίσσεται σε εφιάλτη για τη νέα γενιά. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι. Το ΕΣΥ πιέζεται ασφυκτικά. Και ταυτόχρονα, η εικόνα μιας κυβέρνησης που εμπλέκεται διαρκώς σε υποθέσεις θεσμικής αμφισβήτησης ενισχύει την κοινωνική αποσύνδεση.
Το πιο ανησυχητικό για το κυβερνητικό στρατόπεδο είναι ότι η αμφισβήτηση δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αντιπολίτευση. Προέρχεται από το ίδιο το εσωτερικό της παράταξης. Οι δημόσιες διαφοροποιήσεις ιστορικών στελεχών, οι αποστάσεις πρώην πρωθυπουργών και η αυξανόμενη σιωπηλή δυσφορία βουλευτών αποτυπώνουν μια παράταξη που αρχίζει να φοβάται ότι η πολιτική φθορά του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να συμπαρασύρει συνολικά τη Νέα Δημοκρατία.
Η παρέμβαση Σαμαρά αποκτά ακριβώς εκεί τη σημασία της. Δεν λειτούργησε ως προσωπική επίθεση. Λειτούργησε ως πολιτικό σήμα κινδύνου προς το εσωτερικό της κεντροδεξιάς παράταξης.
Για πρώτη φορά μετά το 2019, διαμορφώνεται ανοιχτά η αίσθηση ότι το πρόβλημα για τη ΝΔ δεν είναι η αντιπολίτευση. Είναι η ίδια η φθορά του πρωθυπουργικού μοντέλου εξουσίας.
Το επιτελικό κράτος παρουσιάστηκε ως εγγύηση σταθερότητας. Σήμερα, για ένα αυξανόμενο κομμάτι της κοινωνίας αλλά και της ίδιας της παράταξης, εμφανίζεται ως κλειστός μηχανισμός ελέγχου που συγκέντρωσε δύναμη χωρίς αντίστοιχες ασφαλιστικές δικλείδες λογοδοσίας.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο για το κυβερνητικό αφήγημα.
Διότι οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν μόνο από οικονομικές κρίσεις ή εκλογικές ήττες. Πέφτουν όταν χάνουν το ηθικό και θεσμικό πλεονέκτημα που επικαλούνταν για να κυβερνήσουν.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα. Αν θα συνεχίσει να ταυτίζει πλήρως την πορεία της με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ή αν θα επιχειρήσει, έστω αργά, μια πολιτική επανατοποθέτηση πριν η φθορά μετατραπεί σε ιστορική ήττα.
Γιατί στο εσωτερικό της παράταξης αρχίζει να διαμορφώνεται ένας φόβος που μέχρι πριν λίγους μήνες θεωρούνταν αδιανόητος:
Ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να εξελιχθεί όχι στο ισχυρότερο πολιτικό κεφάλαιο της ΝΔ, αλλά στην πολιτική της ταφόπλακα.
