ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Επιτελικό φιάσκο στη στέγαση: αιφνιδιαστική αλλαγή προθεσμιών τινάζει στον αέρα το «Σπίτι μου ΙΙ»
Σε ένα ακόμη επεισόδιο διοικητικής ασυνέπειας με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα, η κυβερνητική διαχείριση του στεγαστικού ζητήματος εκτίθεται εκ νέου. Χωρίς προειδοποίηση, οι τράπεζες ενημέρωσαν ότι η προθεσμία για την υπογραφή δανειακών συμβάσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» μεταφέρεται από τις 31 Αυγούστου στις 2 Ιουνίου, ανατρέποντας τον σχεδιασμό χιλιάδων δικαιούχων.
Η αλλαγή αυτή δεν αποτελεί απλώς τεχνική λεπτομέρεια. Στην πράξη, αποκλείει πολίτες που έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά σε νομικούς και τεχνικούς ελέγχους, έχοντας προχωρήσει σε διαδικασίες αγοράς ακινήτου με βάση τα αρχικά χρονοδιαγράμματα. Δικηγορικές αμοιβές, μηχανικοί έλεγχοι και τραπεζικά έξοδα μετατρέπονται αιφνιδίως σε «βυθισμένο κόστος», χωρίς αντίκρισμα. Για εκατοντάδες περιπτώσεις, το όνειρο της πρώτης κατοικίας αναβάλλεται επ’ αόριστον, με τους ενδιαφερόμενους να επιστρέφουν σε συνθήκες στεγαστικής επισφάλειας.
Το Υπουργείο αποδίδει την απόφαση στα αυστηρά ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, η επίκληση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα για την επάρκεια του επιτελικού σχεδιασμού. Τα χρονοδιαγράμματα του Ταμείου δεν είναι ούτε αιφνίδια ούτε ασαφή· αντιθέτως, αποτελούν βασικό κορμό της χρηματοδοτικής αρχιτεκτονικής που η ίδια η κυβέρνηση επικαλείται ως επιτυχία. Η εκ των υστέρων προσαρμογή, με το βάρος να μετακυλίεται στους πολίτες, υπονομεύει την αξιοπιστία του προγράμματος και εντείνει το αίσθημα διοικητικής αυθαιρεσίας.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι, παρά την εκτεταμένη προσφυγή της Γενικής Κυβέρνησης σε εξωτερικούς συμβούλους –με δαπάνες που ανέρχονται σε δισεκατομμύρια– δεν διασφαλίστηκε ένα στοιχειωδώς συνεκτικό χρονοδιάγραμμα. Η πρακτική του outsourcing κρίσιμων λειτουργιών του Δημοσίου, αντί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα, φαίνεται να παράγει ένα κατακερματισμένο σύστημα ευθυνών, όπου κανείς δεν λογοδοτεί για τις αστοχίες.
Οι τελευταίες εξελίξεις αναδεικνύουν με οξύτητα ότι η λειτουργία του κράτους δεν αποτελεί αφηρημένη θεσμική συζήτηση, αλλά παράγοντα με άμεσες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Στην προκειμένη περίπτωση, η διοικητική ασυνέπεια μεταφράζεται σε πραγματική ζημία για νοικοκυριά που κινήθηκαν καλόπιστα, στηριζόμενα σε δημόσιες εξαγγελίες.
Η στεγαστική πολιτική, σε μια περίοδο εκρηκτικών τιμών και περιορισμένης προσφοράς, απαιτεί σταθερότητα κανόνων και θεσμική αξιοπιστία. Αντί γι’ αυτό, η αιφνιδιαστική μεταβολή προθεσμιών επιβεβαιώνει ένα μοτίβο πρόχειρης διαχείρισης, όπου οι πολίτες καλούνται να απορροφήσουν το κόστος των αστοχιών του «επιτελικού» κράτους.
