Connect with us

ΔΙΕΘΝΗ

Ευρώπη: Όταν Σοσιαλδημοκράτες και Αριστερά ενώσαν δυνάμεις, η Δεξιά έχασε – Τα παραδείγματα που δείχνουν έναν άλλο δρόμο

Η φράση του Αλέξη Τσίπρα: “Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αντίπαλος, είναι ανταγωνιστής” ξεκίνησε μια νέα συζήτηση περί της μετεκλογικής προοδευτικής συνεργασίας στις επερχόμενες εθνικές εκλογές του 2027 ή την επιλογή να δοθεί 3η θητεία σε μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη…

Published

on

Γράφει ο Γαβρής Αγγελος

Η συζήτηση για τη δυνατότητα μιας προοδευτικής εκλογικής και κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία ούτε πολιτικό πείραμα χωρίς προηγούμενο. Στην Ευρώπη υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες Σοσιαλδημοκράτες, Αριστερά, Πράσινοι και άλλες προοδευτικές δυνάμεις επέλεξαν να υπερβούν τις μεταξύ τους διαφορές, διαμορφώνοντας πλειοψηφίες που ανέκοψαν τη Δεξιά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την Ακροδεξιά.

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για ένα ενιαίο μοντέλο. Άλλοτε υπήρξε προεκλογική συσπείρωση, άλλοτε μετεκλογική συμφωνία και άλλοτε κυβέρνηση μειοψηφίας με κοινοβουλευτική στήριξη της Αριστεράς. Το κοινό στοιχείο, όμως, είναι πολιτικά ευδιάκριτο: εκεί όπου οι προοδευτικές δυνάμεις αντιμετώπισαν τον συσχετισμό δυνάμεων ως ζήτημα πολιτικής πλειοψηφίας και όχι κομματικής αυτάρκειας, μπόρεσαν να αλλάξουν την εξίσωση της εξουσίας.

Πορτογαλία: Η «geringonça» που ανέτρεψε τα δεδομένα

Advertisement

Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Πορτογαλία του 2015. Η κεντροδεξιά συμμαχία ήρθε πρώτη στις εκλογές, αλλά δεν διέθετε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Αντόνιο Κόστα εξέλεξε 86 βουλευτές, το Αριστερό Μπλοκ 19 και η συμμαχία Κομμουνιστών και Πρασίνων 17. Η αριθμητική επέτρεψε εκείνο που μέχρι τότε θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολο: συμφωνία της Σοσιαλδημοκρατίας με δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ο Κόστα σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με κοινοβουλευτική στήριξη του Αριστερού Μπλοκ, του Κομμουνιστικού Κόμματος και των Πρασίνων. Η περίφημη «geringonça», όπως ονομάστηκε αρχικά μάλλον υποτιμητικά η συμφωνία, αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από όσο προέβλεπαν οι αντίπαλοί της.

Η περίπτωση της Πορτογαλίας έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Κεντροαριστερά και η Αριστερά δεν εξαφάνισαν τις ιδεολογικές διαφορές τους. Συμφώνησαν, όμως, ότι υπήρχε ένα ανώτερο πολιτικό διακύβευμα και ένα κοινό πεδίο διακυβέρνησης. Το αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνση της Δεξιάς από την κυβέρνηση και η διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής ισορροπίας.

Ισπανία: Σοσιαλιστές και Podemos έσπασαν ένα ιστορικό ταμπού

Advertisement

Η Ισπανία προσφέρει ένα δεύτερο, ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2019, το PSOE του Πέδρο Σάντσεθ αναδείχθηκε πρώτο με 120 έδρες, ενώ το Unidas Podemos κατέλαβε 35. Απέναντί τους βρίσκονταν μια ενισχυμένη συντηρητική παράταξη και μια Ακροδεξιά που είχε πλέον αποκτήσει σημαντική κοινοβουλευτική παρουσία.

Σοσιαλιστές και Unidas Podemos επέλεξαν τελικά τον δρόμο της προοδευτικής κυβέρνησης συνεργασίας. Τον Ιανουάριο του 2020 ο Σάντσεθ εξασφάλισε την ψήφο εμπιστοσύνης και σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού στην Ισπανία μετά τη Δεύτερη Δημοκρατία.

Η σημασία της ισπανικής εμπειρίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: δύο χώροι που είχαν συγκρουστεί σκληρά μεταξύ τους αναγνώρισαν ότι η πολιτική γεωγραφία δεν επέτρεπε την πολυτέλεια μιας ατέρμονης μάχης για την ηγεμονία στο εσωτερικό του προοδευτικού στρατοπέδου. Η συνεργασία δεν εξαφάνισε τις αντιθέσεις. Τις μετέφερε, όμως, στο πλαίσιο μιας κοινής κυβερνητικής προσπάθειας.

Δανία: Το «κόκκινο μπλοκ» πήρε την πλειοψηφία και έστειλε τη Δεξιά στην αντιπολίτευση

Advertisement

Στη Δανία το 2019, η εικόνα ήταν ακόμη καθαρότερη. Το λεγόμενο «κόκκινο μπλοκ», με κορμό τους Σοσιαλδημοκράτες της Μέτε Φρεντέρικσεν και τη συμμετοχή ή στήριξη των Σοσιαλφιλελευθέρων, του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος, της Κοκκινοπράσινης Συμμαχίας και άλλων δυνάμεων, επικράτησε απέναντι στο συντηρητικό «μπλε μπλοκ».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης, οι δυνάμεις του Red Bloc εξασφάλισαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, οδηγώντας στην αποχώρηση του κεντροδεξιού πρωθυπουργού Λαρς Λόκε Ράσμουσεν. Η Φρεντέρικσεν σχημάτισε σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση μειοψηφίας με την υποστήριξη των υπόλοιπων κομμάτων του προοδευτικού μπλοκ.

Και εδώ η συνταγή δεν ήταν η οργανωτική συγχώνευση. Ήταν η πολιτική συνεννόηση διαφορετικών προοδευτικών κομμάτων γύρω από το ποιος πρέπει να κυβερνήσει και προς ποια κατεύθυνση.

Ισλανδία: Σοσιαλδημοκράτες και Αριστερά κέρδισαν μαζί την απόλυτη πλειοψηφία

Advertisement

Ακόμη πιο καθαρό είναι το παράδειγμα της Ισλανδίας το 2009, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης. Η Σοσιαλδημοκρατική Συμμαχία της Γιοχάνα Σιγκουρδαρντότιρ κέρδισε 20 έδρες και το Αριστερό-Πράσινο Κίνημα άλλες 14.

Οι δύο δυνάμεις συγκέντρωσαν έτσι 34 από τις 63 έδρες, αποκτώντας απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το συντηρητικό Κόμμα Ανεξαρτησίας, το οποίο είχε κυριαρχήσει επί δεκαετίες στην πολιτική ζωή της χώρας και είχε ταυτιστεί πολιτικά με την περίοδο πριν από την οικονομική κατάρρευση, υπέστη βαριά ήττα.

Στην περίπτωση αυτή δεν υπήρξε απλώς ανοχή ή κοινοβουλευτική διευκόλυνση. Σοσιαλδημοκρατία και Αριστερά σχημάτισαν από κοινού κυβέρνηση, στην πρώτη καθαρά αριστερή κυβερνητική πλειοψηφία της σύγχρονης ισλανδικής ιστορίας.

Φινλανδία: Οι Σοσιαλδημοκράτες πρώτοι, Πράσινοι και Αριστερά στην κυβέρνηση

Advertisement

Το 2019 ήρθε η σειρά της Φινλανδίας. Οι Σοσιαλδημοκράτες αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα με 17,7% και 40 έδρες, οριακά μπροστά από το εθνικιστικό Finns Party και το συντηρητικό National Coalition Party. Οι Πράσινοι κατέλαβαν 20 έδρες και η Αριστερή Συμμαχία 16.

Η κυβέρνηση που συγκροτήθηκε υπό τους Σοσιαλδημοκράτες συμπεριέλαβε Πράσινους και Αριστερή Συμμαχία, μαζί με το Κεντρώο Κόμμα και το Σουηδικό Λαϊκό Κόμμα. Δεν επρόκειτο επομένως για αμιγώς αριστερό συνασπισμό, αλλά για μια ευρεία κυβερνητική σύνθεση στην οποία η Σοσιαλδημοκρατία, η οικολογική Αριστερά και η παραδοσιακή Αριστερά βρέθηκαν στην ίδια πλευρά της κυβερνητικής εξίσωσης.

Νορβηγία: Η ευρύτερη Κεντροαριστερά έβαλε τέλος σε οκτώ χρόνια συντηρητικής διακυβέρνησης

Στη Νορβηγία το 2021, τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς απέκτησαν καθαρό πλεονέκτημα απέναντι στο συντηρητικό στρατόπεδο. Οι Εργατικοί του Γιόνας Γκαρ Στέρε κέρδισαν 48 έδρες, το Κεντρώο Κόμμα 28, η Σοσιαλιστική Αριστερά 13 και το Κόκκινο Κόμμα οκτώ.

Advertisement

Το αποτέλεσμα έβαλε τέλος σε οκτώ χρόνια συντηρητικής διακυβέρνησης της Έρνα Σόλμπεργκ. Τελικά, Εργατικοί και Κεντρώοι σχημάτισαν κυβέρνηση μειοψηφίας, ενώ η Σοσιαλιστική Αριστερά παρέμεινε εκτός κυβέρνησης. Ωστόσο, η εκλογική μετατόπιση είχε ήδη διαμορφώσει μια σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στα αριστερά του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού.

Γαλλία 2024: Η ενότητα της Αριστεράς ανέτρεψε τις προβλέψεις

Υπάρχει και το πολύ πιο πρόσφατο γαλλικό παράδειγμα, το οποίο χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση: δεν οδήγησε σε κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά απέδειξε την εκλογική αποτελεσματικότητα της συσπείρωσης.

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2024, Ανυπότακτη Γαλλία, Σοσιαλιστές, Οικολόγοι, Κομμουνιστές και άλλες δυνάμεις συγκρότησαν το Νέο Λαϊκό Μέτωπο, επιχειρώντας μέσα σε ελάχιστο χρόνο να δημιουργήσουν κοινό μέτωπο απέναντι στην Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν.

Advertisement

Παρά τις προβλέψεις που έφερναν την Εθνική Συσπείρωση κοντά στην εξουσία, η ενωμένη Αριστερά αναδείχθηκε τελικά η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη σε επίπεδο συμμαχίας, με την επίσημη καταγραφή του γαλλικού υπουργείου Εσωτερικών να δίνει 178 έδρες στην «Ένωση της Αριστεράς». Δεν απέκτησε αυτοδυναμία ούτε σχημάτισε κυβέρνηση, αλλά το αποτέλεσμα κατέδειξε πόσο δραστικά μπορεί να μεταβληθεί ένας αρνητικός συσχετισμός όταν ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί της προοδευτικής συσπείρωσης και της εκλογικής συνεργασίας.

Το ευρωπαϊκό μάθημα: Η ενότητα δεν σημαίνει εξαφάνιση των διαφορών

Από τη Λισαβόνα και τη Μαδρίτη έως την Κοπεγχάγη, το Ρέικιαβικ και το Παρίσι, δεν υπάρχει ένα μοναδικό «μοντέλο». Υπάρχει όμως ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό δεδομένο. Οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να συνεργάζονται χωρίς να καταργούν την αυτονομία και την ιδεολογική φυσιογνωμία τους.

Η Πορτογαλία το έκανε με συμφωνία κοινοβουλευτικής στήριξης. Η Ισπανία με κυβέρνηση συνασπισμού. Η Δανία με το «κόκκινο μπλοκ». Η Ισλανδία με καθαρή κυβερνητική συνεργασία Σοσιαλδημοκρατών και Αριστεράς. Η Γαλλία με κοινό εκλογικό μέτωπο απέναντι στην Ακροδεξιά.

Advertisement

Το κρίσιμο στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ήταν ότι η συζήτηση μετακινήθηκε από το «ποιος θα ηγεμονεύσει μέσα στον προοδευτικό χώρο» στο πολύ πιο ουσιαστικό «ποια κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία μπορεί να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση».

Και αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ευρωπαϊκή εμπειρία για κάθε κατακερματισμένο προοδευτικό σύστημα: η συνεργασία δεν εγγυάται από μόνη της τη νίκη, αλλά ο κατακερματισμός μπορεί να μετατρέψει ακόμη και μια κοινωνική πλειοψηφία σε πολιτική μειοψηφία. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν Σοσιαλδημοκράτες και Αριστερά έχουν διαφορές. Τις έχουν και θα συνεχίσουν να τις έχουν. Το πολιτικό ζήτημα είναι εάν μπορούν να συμφωνήσουν στα αρκετά που απαιτούνται για να συγκροτήσουν ξανά πλειοψηφικό σχέδιο εξουσίας.