ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Σαν σήμερα η “μαύρη” ημέρα για τον Ελληνισμό της Σμύρνης – 104 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή – Οι ευθύνες και το χρονικό μιας εθνικής τραγωδίας
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν προέκυψε από ένα μοναδικό λάθος ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο. Ήταν η κατάληξη μιας αλληλουχίας στρατιωτικών, πολιτικών και διπλωματικών επιλογών, πάνω στο έδαφος του Εθνικού Διχασμού, της σύγκρουσης βενιζελικών και αντιβενιζελικών, της αλλαγής των διεθνών συσχετισμών και, τελικά, της αδυναμίας της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να αντιληφθεί εγκαίρως ότι η Ελλάδα επιχειρούσε πλέον στη Μικρά Ασία χωρίς τις διεθνείς προϋποθέσεις που υπήρχαν όταν ξεκίνησε η εκστρατεία.
Ο Βενιζέλος, η απόβαση στη Σμύρνη και το μεγάλο στοίχημα της «Ελλάδας των δύο ηπείρων»
Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 πραγματοποιήθηκε επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου και με τη συγκατάθεση των Συμμάχων. Η Ελλάδα βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο Βενιζέλος επιχείρησε να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία για την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας.
Η Συνθήκη των Σεβρών, τον Αύγουστο του 1920, φάνηκε να δικαιώνει σε σημαντικό βαθμό αυτή τη στρατηγική. Η Ελλάδα αποκτούσε την Ανατολική Θράκη, ενώ αναλάμβανε τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης, με πρόβλεψη για μελλοντική διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην οριστική ενσωμάτωσή της.
Όμως η Συνθήκη των Σεβρών δεν αποτελούσε μια πραγματικότητα που μπορούσε να επιβληθεί χωρίς στρατιωτική και διεθνή ισχύ. Το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα υπό τον Μουσταφά Κεμάλ δεν την αποδέχθηκε και ο πόλεμος συνεχιζόταν.
Η ιστορική συζήτηση για τις ευθύνες του Βενιζέλου παραμένει σύνθετη. Η απόφαση για τη μικρασιατική εμπλοκή ήταν δική του πολιτική επιλογή και εμπεριείχε τεράστιο στρατηγικό κίνδυνο. Από την άλλη, η δική του στρατηγική στηριζόταν σε συγκεκριμένες διεθνείς συμμαχίες και δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική που ακολουθήθηκε μετά την εκλογική του ήττα.
Οι εκλογές του 1920: Υποσχέθηκαν ειρήνη, αλλά οδήγησαν τον στρατό ακόμη βαθύτερα στη Μικρά Ασία
Η μεγάλη πολιτική καμπή ήρθε με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Ο Βενιζέλος ηττήθηκε και στην εξουσία επέστρεψαν οι αντιβενιζελικές δυνάμεις.
Η κόπωση από τους συνεχείς πολέμους ήταν τεράστια. Ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας ήθελε τους στρατιώτες πίσω στα σπίτια τους. Οι αντιβενιζελικοί είχαν καλλιεργήσει την προσδοκία της ειρήνευσης.
Και όμως συνέβη το αντίθετο.
Η νέα ηγεσία δεν τερμάτισε τη μικρασιατική εκστρατεία. Την συνέχισε και τελικά την επέκτεινε, οδηγώντας τον ελληνικό στρατό πολύ βαθύτερα στο εσωτερικό της Ανατολίας.
Αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες ιστορικές αντιφάσεις της περιόδου: οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν αντιταχθεί στον βενιζελισμό και είχαν αξιοποιήσει την πολεμική κόπωση της κοινωνίας βρέθηκαν να διαχειρίζονται μια ακόμη πιο εκτεταμένη πολεμική επιχείρηση.
Η επιστροφή του Κωνσταντίνου και το βαρύ τίμημα του Εθνικού Διχασμού
Καθοριστική υπήρξε η επιστροφή στον θρόνο του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ τον Δεκέμβριο του 1920.
Ο Κωνσταντίνος ήταν ανεπιθύμητος κυρίως στη Βρετανία και ιδιαίτερα στη Γαλλία λόγω της στάσης του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και της σύγκρουσής του με τον Βενιζέλο. Η επαναφορά του επιδείνωσε δραματικά τις σχέσεις της Ελλάδας με κρίσιμους πρώην συμμάχους.
Το Παλάτι και η αντιβενιζελική παράταξη είχαν λοιπόν απέναντί τους ένα τεράστιο στρατηγικό πρόβλημα: συνέχιζαν έναν πόλεμο που είχε ξεκινήσει μέσα σε ένα συγκεκριμένο διεθνές πλαίσιο, την ώρα που οι ίδιοι είχαν συμβάλει στην ανατροπή αυτού του πλαισίου.
Και δεν ήταν μόνο ζήτημα διπλωματίας.
Η επιστροφή των αντιβενιζελικών συνοδεύτηκε από εκτεταμένες αλλαγές στον κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό. Έμπειροι βενιζελικοί αξιωματικοί απομακρύνθηκαν ή παραμερίστηκαν και επανήλθαν στελέχη που είχαν τεθεί εκτός κατά την προηγούμενη περίοδο.
Έτσι, ο Εθνικός Διχασμός μεταφέρθηκε μέσα σε έναν στρατό που βρισκόταν ήδη σε πόλεμο.
Η εκστρατεία προς την Άγκυρα: Το σημείο όπου η πολιτική φιλοδοξία ξεπέρασε τις δυνατότητες της χώρας
Το 1921 η ελληνική ηγεσία επέλεξε την κλιμάκωση. Ο στρατός προχώρησε βαθιά στην Ανατολία και έφθασε μέχρι τον Σαγγάριο, σε απόσταση σχετικά μικρή από την Άγκυρα.
Εκεί αποκαλύφθηκαν τα όρια της ελληνικής στρατηγικής.
Οι γραμμές ανεφοδιασμού είχαν επιμηκυνθεί δραματικά. Ο στρατός επιχειρούσε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις βάσεις του, μέσα σε ένα τεράστιο και δύσκολο γεωγραφικό περιβάλλον. Ο κεμαλικός στρατός, αντίθετα, πολεμούσε πλησιέστερα στον δικό του πολιτικό και στρατιωτικό πυρήνα.
Η Ελλάδα δεν κατάφερε να επιφέρει το αποφασιστικό πλήγμα που επιδίωκε.
Μετά τον Σαγγάριο, το θεμελιώδες ερώτημα ήταν πλέον αμείλικτο: ποιος ήταν ο ρεαλιστικός τελικός στόχος;
Η Αθήνα δεν είχε αρκετή δύναμη για να συντρίψει οριστικά τον Κεμάλ, αλλά ταυτόχρονα δεν διέθετε πολιτικό σχέδιο ασφαλούς απεμπλοκής.
Ο ελληνικός στρατός παρέμεινε έτσι για μήνες σε ένα τεράστιο μέτωπο, περιμένοντας ουσιαστικά μια πολιτική λύση που δεν ερχόταν.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις γύρισαν την πλάτη στην Ελλάδα
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η Ελλάδα είχε αναλάβει τη διοίκηση της Σμύρνης μέσα στο μεταπολεμικό συμμαχικό πλαίσιο. Όταν όμως οι διεθνείς ισορροπίες άλλαξαν, οι πρώην σύμμαχοι άρχισαν να επανακαθορίζουν τα συμφέροντά τους.
Η Γαλλία ήρθε σε συμφωνία με το κεμαλικό καθεστώς το 1921 και αποχώρησε από την Κιλικία. Η Ιταλία είχε επίσης τις δικές της συγκρούσεις συμφερόντων με την Ελλάδα και ανέπτυξε σχέσεις με τους κεμαλικούς.
Η Σοβιετική Ρωσία υποστήριξε τον Κεμάλ με χρήματα, όπλα και πολεμικό υλικό.
Η Βρετανία παρέμεινε περισσότερο ευνοϊκή προς τις ελληνικές θέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν επρόκειτο να στείλει έναν νέο μεγάλο στρατό για να κερδίσει για λογαριασμό της Ελλάδας τον πόλεμο στη Μικρά Ασία.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν λειτουργούσαν με βάση κάποια διαχρονική υποχρέωση προς την Ελλάδα. Λειτουργούσαν σύμφωνα με τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα.
Και όταν τα συμφέροντα άλλαξαν, άλλαξε και η πολιτική τους.
Το μοιραίο λάθος της Αθήνας: Συνέχισαν έναν πόλεμο ενώ άλλαζαν οι συμμαχίες
Εδώ βρίσκεται ίσως η βαρύτερη πολιτική ευθύνη της ελληνικής ηγεσίας της τελευταίας περιόδου.
Δεν ευθύνεται επειδή η Γαλλία, η Ιταλία ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη επέλεξε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της. Αυτό ήταν απολύτως προβλέψιμο στη διεθνή πολιτική.
Ευθύνεται επειδή δεν προσάρμοσε εγκαίρως την ελληνική στρατηγική στη νέα πραγματικότητα.
Η Αθήνα συνέχισε να διατηρεί έναν τεράστιο στρατό στη Μικρά Ασία, ενώ η διπλωματική βάση πάνω στην οποία είχε αρχικά οικοδομηθεί η ελληνική παρουσία είχε πλέον υπονομευθεί.
Και όσο περνούσε ο χρόνος, ο Κεμάλ γινόταν ισχυρότερος.
Αύγουστος 1922: Όταν κατέρρευσε το μέτωπο
Η μεγάλη τουρκική επίθεση άρχισε στις 26 Αυγούστου 1922 με το νέο ημερολόγιο.
Το ελληνικό μέτωπο έσπασε και η υποχώρηση εξελίχθηκε σε κατάρρευση. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο χάθηκε μια στρατιωτική παρουσία που είχε οικοδομηθεί επί τρία χρόνια.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο στρατιωτικό.
Πίσω από τον ελληνικό στρατό βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί άμαχοι, κυρίως Έλληνες και Αρμένιοι, οι οποίοι γνώριζαν ότι η επιστροφή του τουρκικού στρατού μπορούσε να σημάνει διώξεις και βία.
Χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να κινούνται προς τα παράλια.
Η Σμύρνη έγινε το τελευταίο καταφύγιο.
Και στις 13 Σεπτεμβρίου άρχισε να καίγεται.
Ποιος έφταιξε τελικά για τη Μικρασιατική Καταστροφή;
Η εύκολη απάντηση είναι να επιλεγεί ένας ένοχος. Η ιστορικά σοβαρή απάντηση είναι δυσκολότερη.
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου φέρει την πολιτική ευθύνη για την αρχική επιλογή της μικρασιατικής επέμβασης και για ένα σχέδιο που προϋπέθετε τη διατήρηση ενός ευνοϊκού διεθνούς συσχετισμού.
Οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν φέρουν όμως ιδιαίτερα βαριά ευθύνη επειδή, παρά την αλλαγή των διεθνών συνθηκών, όχι μόνο συνέχισαν την εκστρατεία αλλά την επέκτειναν στρατιωτικά στο εσωτερικό της Ανατολίας.
Το Παλάτι και ο Κωνσταντίνος έφεραν μαζί τους το τεράστιο πολιτικό και διπλωματικό φορτίο του Εθνικού Διχασμού. Η επιστροφή του βασιλιά επιβάρυνε τις σχέσεις με τις συμμαχικές δυνάμεις ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ διεθνή υποστήριξη.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις, τέλος, αντιμετώπισαν τη Μικρά Ασία μέσα από το πρίσμα των δικών τους συμφερόντων. Στήριξαν επιλογές όταν τις εξυπηρετούσαν και τις εγκατέλειψαν όταν οι συσχετισμοί μεταβλήθηκαν.
Όμως πίσω από τις κυβερνήσεις, τα παλάτια, τις συνθήκες και τους στρατιωτικούς χάρτες βρίσκονταν οι άνθρωποι.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922, όταν άρχισε η μεγάλη πυρκαγιά της Σμύρνης, το τίμημα των πολιτικών και στρατηγικών επιλογών δεν το πλήρωναν πλέον εκείνοι που τις είχαν λάβει.
Το πλήρωναν οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην προκυμαία, με τη φωτιά πίσω τους και τη θάλασσα μπροστά τους.
