ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Φάμελλος σε Μητσοτάκη: “Είστε ένας διαπλεκόμενος Πρωθυπουργός” – Πιέσεις σε ΠΑΣΟΚ για κατάθεση πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης
Στο κόκκινο ανέβηκε το πολιτικό θερμόμετρο στη Βουλή, με τον Σωκράτης Φάμελλος να εξαπολύει σφοδρή επίθεση κατά του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης, μεταφέροντας τη σύγκρουση σε επίπεδα που παραπέμπουν σε πλήρη απονομιμοποίηση της κυβερνητικής λειτουργίας.
Από το βήμα της Βουλής, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίστηκε σε πολιτική κριτική. Επέλεξε να θέσει ευθέως ζήτημα ηθικής και θεσμικής επάρκειας της κυβέρνησης, χαρακτηρίζοντας τον πρωθυπουργό «εκβιαζόμενο και διαπλεκόμενο» και ζητώντας την άμεση παραίτησή του και την προκήρυξη εκλογών.
Η παρέμβασή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα κλιμακούμενης πίεσης προς το Μέγαρο Μαξίμου, όπου τα ζητήματα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ επανέρχονται με ένταση στο δημόσιο διάλογο. Ο ίδιος επιχείρησε να συνδέσει τις δύο υποθέσεις με μια ενιαία αφήγηση περί συστηματικής διάβρωσης του κράτους δικαίου, κάνοντας λόγο για «σχεδιασμένη καταπάτηση του Συντάγματος» και «εγκαθίδρυση μηχανισμών εξουσίας με χαρακτηριστικά παρακράτους».
Η αναφορά στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ήταν τυχαία. Ο Σωκράτης Φάμελλος επικαλέστηκε τις εξελίξεις γύρω από τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ως επιβεβαίωση ότι οι καταγγελίες δεν αποτελούν πολιτική υπερβολή, αλλά υπόθεση με ευρωπαϊκή διάσταση και ελεγκτικό βάθος. Σε αυτό το πλαίσιο, επιχείρησε να αποδομήσει το κυβερνητικό επιχείρημα περί «τοξικότητας», αντιστρέφοντας το βάρος και αποδίδοντας στην ίδια την κυβέρνηση την ευθύνη για το κλίμα.
Ιδιαίτερη αιχμή αποτέλεσε η υπόθεση του Μακάριος Λαζαρίδης, την οποία παρουσίασε ως ενδεικτική μιας ευρύτερης πρακτικής. Η δημόσια δήλωση του υφυπουργού περί επιστροφής χρημάτων, ακόμη και «έντοκα», αξιοποιήθηκε πολιτικά ως στοιχείο που ενισχύει τις καταγγελίες περί παρατυπιών και αδιαφάνειας.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν αφορά μόνο την πολιτική αντιπαράθεση, αλλά το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να διατηρήσει την κοινοβουλευτική και θεσμική της νομιμοποίηση υπό το βάρος αυτών των καταγγελιών. Η αναφορά του Σωκράτη Φάμελλου σε πιθανή πρόταση δυσπιστίας δεν ήταν απλώς ρητορική κλιμάκωση. Ήταν σαφής πολιτική πίεση προς το ΠΑΣΟΚ, το οποίο καλείται να επιλέξει αν θα μετατρέψει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε θεσμική πρωτοβουλία ή θα παραμείνει σε επίπεδο καταγγελιών.
Στο παρασκήνιο, η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς συνδέεται με την ευρύτερη εικόνα της χώρας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εμπλέκονται ενεργά σε υποθέσεις που αφορούν τη διαχείριση κοινοτικών πόρων, οι πολιτικές ευθύνες δεν περιορίζονται εντός συνόρων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας κυβέρνησης που καλείται να απαντήσει όχι μόνο στην αντιπολίτευση, αλλά και σε μια συσσώρευση θεσμικών ερωτημάτων που δεν κλείνουν με επικοινωνιακές διαχειρίσεις. Και σε αυτό το περιβάλλον, κάθε νέα δήλωση, κάθε νέα δικογραφία, κάθε νέα «διευκρίνιση» κυβερνητικού στελέχους λειτουργεί πολλαπλασιαστικά, εντείνοντας την αμφισβήτηση αντί να την εκτονώνει.
