ΔΙΕΘΝΗ
Γ.Α.Παπανδρέου: “Στενά του Ορμούζ-Η “Αχίλλειος πτέρνα” της παγκόσμιας οικονομία”
Σε μια περίοδο όπου η διεθνής σκηνή διολισθαίνει από την εύθραυστη ισορροπία στη μετωπική σύγκρουση, η παρέμβαση του Γιώργος Παπανδρέου επιχειρεί να επαναφέρει μια έννοια που δείχνει να εγκαταλείπεται σιωπηρά: ότι η παγκόσμια τάξη δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς κανόνες. Μιλώντας στο CNN India, με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν, περιέγραψε ένα σύστημα που μετατοπίζεται από τη συνεργασία στην επιβολή, από τη θεσμική συνεννόηση στην ωμή ισχύ.
Η τοποθέτησή του δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Το διεθνές σύστημα, όσο ατελές κι αν υπήρξε, στηριζόταν σε ένα πλέγμα κανόνων που περιόριζε την αυθαιρεσία. Η αποδόμησή του δεν οδηγεί σε μια νέα ισορροπία, αλλά σε μια κατάσταση γενικευμένης αστάθειας, όπου το απρόβλεπτο γίνεται κανονικότητα. Αυτή η μετάβαση, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι θεωρητική· εξελίσσεται ήδη, με διαδοχικά σοκ που διαπερνούν οικονομίες και κοινωνίες.
Στο ίδιο πνεύμα, αποδομεί την επίμονη αφήγηση περί «εξαγωγής δημοκρατίας» μέσω στρατιωτικών επεμβάσεων. Οι περιπτώσεις του Ιράκ, του Αφγανιστάν και της Λιβύη προβάλλονται ως παραδείγματα όπου η κατάρρευση καθεστώτων δεν συνοδεύτηκε από σταθερότητα, αλλά από κατακερματισμό, διάχυση της βίας και δημιουργία νέων, πιο σύνθετων συγκρούσεων. Η προειδοποίηση είναι σαφής: η ιστορία δεν αφήνει περιθώρια αυταπατών ότι η τρέχουσα κρίση θα αποτελέσει εξαίρεση.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στα Στενά του Ορμούζ, έναν γεωγραφικό κόμβο που μετατρέπεται σε στρατηγικό μοχλό πίεσης. Εκεί όπου διασταυρώνονται ενεργειακές ροές και γεωπολιτικά συμφέροντα, ακόμη και περιορισμένες κινήσεις μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογες επιπτώσεις. Η επισήμανση αυτή δεν είναι απλώς γεωστρατηγική· αναδεικνύει την ευθραυστότητα ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος που εξαρτάται από κρίσιμα περάσματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο περιθώριο. Με έναν από τους ισχυρότερους εμπορικούς στόλους διεθνώς, επηρεάζεται άμεσα από κάθε διαταραχή στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές αλυσίδες. Η ελληνική ναυτιλία δεν αποτελεί απλώς οικονομικό μέγεθος, αλλά κρίσιμο κρίκο σε μια αλυσίδα που δοκιμάζεται.
Η ανάλυση επεκτείνεται και στον ρόλο της Ινδία, η οποία διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με αντικρουόμενα στρατόπεδα χωρίς πλήρη ταύτιση.
Σε μια εποχή έντονων ευθυγραμμίσεων, αυτή η σχετική αυτονομία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για άτυπες πρωτοβουλίες αποκλιμάκωσης.
Παράλληλα, η αναφορά σε ιστορικές πρωτοβουλίες πολυμερούς συνεργασίας —με τη συμμετοχή χωρών όπως η Ελλάδα, η Ινδία, η Σουηδία, η Αργεντινή, η Τανζανία και το Μεξικό— λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η διπλωματία μπορεί να παράγει αποτελέσματα ακόμη και σε περιόδους έντασης. Δεν πρόκειται για νοσταλγία, αλλά για πολιτικό επιχείρημα: ότι εναλλακτικοί δρόμοι υπήρξαν και μπορούν να υπάρξουν ξανά.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, εμφανίζεται παγιδευμένη ανάμεσα σε κρίσεις που δεν ελέγχει πλήρως. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η νέα εστία έντασης στη Μέση Ανατολή επιτείνουν τις πιέσεις, ενισχύοντας τη συζήτηση για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία σε άμυνα, ενέργεια και οικονομία. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά με ποιο κόστος και σε ποιο χρονικό ορίζοντα.
Το κεντρικό συμπέρασμα που διαπερνά την παρέμβαση είναι ότι η αποκλιμάκωση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά προϋπόθεση σταθερότητας. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς τείνει να αντικαταστήσει τους κανόνες, η διπλωματία αναδεικνύεται ως το τελευταίο —και ίσως μοναδικό— εργαλείο αποτροπής μιας γενικευμένης απορρύθμισης, της οποίας οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στα πεδία των συγκρούσεων αλλά θα διαχυθούν σε κάθε πτυχή της παγκόσμιας ζωής.
