ΓΝΩΜΕΣ
Γιάννης Πανούσης: “Σύγχρονα Αριστερά αλλά όχι εκσυγχρονισμένα Αριστερά”
*Ο Γιάννης Πανούσης είναι πρώην Υπουργός, μέλος του ΠΑΣΟΚ και καθηγητής Πανεπιστημίου
Πιο πλούσια η σιωπή για να σε υμνήσει. Ο στίχος του Ιακ. Θήρας-Καραμολέγκου λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι, ενίοτε, η υπερπαραγωγή λόγου δεν ισοδυναμεί με βάθος. Στο σημερινό πολιτικό τοπίο, ο αντι-κυβερνητικός και αντι-δεξιός λόγος δείχνει συχνά να εγκλωβίζεται σε θολά ιδεολογήματα, απομακρυνόμενος από την ουσία μιας συγκροτημένης προοδευτικής πρότασης.
Η επίκληση της πολιτικής ανυπακοής του Θορώ ή οι πρόχειροι παραλληλισμοί με το «1984» του Όργουελ δεν προσθέτουν πολιτικό βάρος όταν χρησιμοποιούνται ως συνθηματολογικά εργαλεία. Αντιθέτως, μια σοβαρή ανάγνωση αυτών των έργων δύσκολα θα δικαίωνε τις θέσεις όσων επενδύουν στον εύκολο αντισυστημισμό. Ο αντιεξουσιαστικός λόγος, σε αρκετές περιπτώσεις, αποκαλύπτει όχι μόνο ένα αμφίβολο παρελθόν αλλά και μια έντονη δόση ατομικισμού ή ναρκισσισμού, στοιχεία που δύσκολα συμβιβάζονται με την έννοια της συλλογικής λαϊκής αντίστασης την οποία επικαλείται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία συνεχίζει να κινείται σε ένα ιδιότυπο παράδοξο. Φοβισμένη, αλλά ταυτόχρονα βέβαιη για ένα «αίσιο τέλος», λες και πρόκειται για κάποιον περιούσιο λαό. Κλειδωμένη στον εαυτό της, αλλά πρόθυμη να αυτοχαρακτηρίζεται υπέρμαχος της ελευθερίας, χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή αφορά όλους ή μόνον τους «δικούς της». Αμήχανη απέναντι στο αύριο, αλλά έτοιμη να αναπαράγει επικοινωνιακά τεχνάσματα και κομματικούς τακτικισμούς.
Στο ίδιο σκηνικό αναδύεται εκ νέου η πολιτική μυθολογία περί ηγετών. Ο ηγέτης παρουσιάζεται ως προϊόν της Ιστορίας, αλλά και ως παραγωγός της. Ωστόσο, το «κάτοπτρο ηγεμόνα», δηλαδή το σύνολο των ιδιοτήτων που οφείλει να συγκεντρώνει, παραμένει αντικείμενο σύγχυσης και μυθοποίησης. Η ηγεσία χωρίς ηθική συγκρότηση και αίσθηση δικαιοσύνης καταλήγει να είναι κενό σχήμα. Οι αρχαίοι απαιτούσαν από τον ηγέτη να είναι δικαιότερος των δικαίων πολιτών· ένα μέτρο που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικό.
Η αποφυγή της ύβρεως, ως περιφρόνησης προς τον αντίπαλο, δεν είναι ζήτημα ευγένειας αλλά πολιτικής ουσίας. Η υιοθέτηση μιας κουλτούρας ευθύνης –τόσο ενοχής για το ενδεχόμενο σφάλμα όσο και ντροπής ως εσωτερικευμένου ορίου– λειτουργεί ως αντίβαρο στην αλαζονεία της εξουσίας. Όταν αυτά απουσιάζουν, η τυφλότητα της δόξας, της εκδίκησης και της ιδιοτελούς σκέψης διαβρώνει την ευθυκρισία, τη μετριοπάθεια και, τελικά, την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία.
Στη Δημοκρατία, η ταύτιση της βούλησης αρχόντων και αρχομένων δεν είναι δεδομένη· προκύπτει μόνο όταν υπάρχει κοινή συμφωνία πάνω στις θεμελιώδεις αξίες του πολιτεύματος. Σε περιόδους πολλαπλής κρίσης, η ανάγκη για αναστοχασμό γίνεται επιτακτική. Οι ηγέτες οφείλουν να επανεξετάσουν τις επιλογές τους, ενώ οι πολίτες τις προσδοκίες τους.
Η δημόσια σφαίρα, ωστόσο, μοιάζει να πάσχει από έλλειψη καθαρού ηθικο-ιδεολογικού οξυγόνου. Θεωρητικολογίες χωρίς αντίκρισμα, πρόσωπα που δύσκολα θα άντεχαν σε ιστορική αποτίμηση και νεκρά τσιτάτα που συνεχίζουν να καθοδηγούν τους ζωντανούς συνθέτουν ένα περιβάλλον στασιμότητας. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ορισμένα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και ενοχλητικά.
Η Ιστορία είναι αμείλικτη όταν τιμωρεί τα λάθη των ανθρώπων, ιδίως των ηγετών. Δεν είναι όμως σαφές με ποιον τρόπο «διορθώνει» τις δικές της αποκλίσεις ούτε αν τελικά δικαιώνει τις δίκαιες πράξεις ή απλώς ανέχεται τις άδικες όταν αυτές εξυπηρετούν τη ροή των γεγονότων. Η «σωστή πλευρά της Ιστορίας» αποδεικνύεται συχνά μια έννοια ρευστή, που αναγνωρίζεται εκ των υστέρων και όχι εν θερμώ.
Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, τα ερωτήματα γίνονται πιο αιχμηρά. Ποιος λαϊκισμός αποδεικνύεται πιο επικίνδυνος – ο δεξιός ή ο αριστερός; Ποια απειλή είναι βαθύτερη: οι ιδεολογικοί «-ισμοί» ή η στρέβλωση της επιστημονικής αλήθειας; Ποιοι πολιτικοί επιβίωσαν μέσω εσωκομματικής φθοράς και ποιοι μέσω της εξουδετέρωσης κάθε διαφωνίας; Ποιοι οικοδομούν πάνω στην αλήθεια και ποιοι τρέφονται από την προπαγάνδα;
Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι η δικαίωση μέσω της κατάρρευσης των θεσμών. Το κάστρο της Δημοκρατίας δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς «πολιορκητικούς κριούς», αλλά κυρίως από την εσωτερική διάβρωση: την πετρωμένη οργή, το μολυσμένο μίσος, την απαξίωση των αξιών. Όσοι επενδύουν σε αυτή τη φθορά οφείλουν να αναμετρηθούν με το σύνολο της Ιστορίας και όχι με αποσπασματικές αναγνώσεις που απλώς επιβεβαιώνουν τις προκαταλήψεις τους.
