ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Γιώργος Παπανδρέου στο 4ο συνέδριο: “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα.”
Σε μια παρέμβαση που επιχείρησε να επανατοποθετήσει το ιδεολογικό στίγμα του ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Παπανδρέου ανέβηκε στο βήμα του 4ου Συνεδρίου με μια σαφή στρατηγική: να μετατρέψει τη συζήτηση από τη διαχείριση της καθημερινότητας σε ένα συνολικό αφήγημα θεσμικής και κοινωνικής ανατροπής. Η επίκληση του διλήμματος του Κορνήλιος Καστοριάδης, «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», δεν λειτούργησε ως ρητορικό σχήμα, αλλά ως πολιτική γραμμή αντιπαράθεσης με το κυρίαρχο μοντέλο εξουσίας.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να δομήσει ένα συνεκτικό αφήγημα για τη διεθνή και εγχώρια κρίση δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων ή γνώσης, αλλά η συγκέντρωση εξουσίας σε ένα στενό οικονομικό και πολιτικό κύκλωμα. Η αναφορά του σε μια «βαθιά ολιγαρχία» που καθορίζει τις εξελίξεις και περιορίζει τον πολίτη σε μια τυπική συμμετοχή ανά τετραετία, συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της ποιότητας του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού.
Η κριτική προς τη Νέα Δημοκρατία κινήθηκε σε υψηλούς τόνους, με τον Παπανδρέου να αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα περί σταθερότητας, χαρακτηρίζοντάς το «σταθερότητα της αδικίας». Στο επίκεντρο βρέθηκε η κατηγορία ότι η ασκούμενη πολιτική αναπαράγει ανισότητες και ενισχύει πελατειακές σχέσεις, αντικαθιστώντας τα δικαιώματα με επιδοματικές πρακτικές και καλλιεργώντας, όπως είπε, έναν «νέο ραγιαδισμό».
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στη διαμάχη για την ιστορική ευθύνη της κρίσης χρέους. Ο Παπανδρέου επανέφερε με σαφήνεια τη θέση ότι τα ελλείμματα της περιόδου 2004–2009 αποτέλεσαν τη βασική αιτία της κατάρρευσης, επιχειρώντας να αποκαταστήσει –κατά την οπτική του– την πολιτική αφήγηση της περιόδου. Το μήνυμα προς τις προοδευτικές δυνάμεις ήταν εξίσου καθαρό: χωρίς κοινή αποδοχή των αιτιών της κρίσης, δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη προοπτική σύγκλισης.
Στο πεδίο των προτάσεων, η λεγόμενη «Βίβλος Δημοκρατικών Μεταρρυθμίσεων» συγκροτεί ένα τριπλό σχέδιο θεσμικής αναδιάρθρωσης. Στον πυρήνα του βρίσκεται η συνταγματική θωράκιση του δημόσιου πλούτου και η επανανοηματοδότηση της ανάπτυξης με όρους κοινωνικού ελέγχου, αλλά και διαγενεακής ευθύνης. Η πρόταση για μετασχηματισμό του Υπερταμείου σε εθνικό αναπτυξιακό θεσμό υπό κοινοβουλευτική εποπτεία αποτελεί σαφή διαφοροποίηση από τις υφιστάμενες πολιτικές διαχείρισης δημόσιας περιουσίας.
Παράλληλα, η έμφαση στην ποιότητα ζωής εισάγει μια πιο σύνθετη αντίληψη για την οικονομία, όπου οι δείκτες ευημερίας δεν περιορίζονται στο ΑΕΠ αλλά επεκτείνονται στην ανισότητα, την ψυχική υγεία και την πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως η στέγη και η ενέργεια. Η σύνδεση αυτών των στόχων με την ενεργειακή αυτονομία και τις ανανεώσιμες πηγές αποτυπώνει μια σαφή γεωπολιτική ανάγνωση της ενεργειακής εξάρτησης.
Στο επίπεδο των θεσμών, η πρόταση για ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας –με κληρωτές συνελεύσεις πολιτών και συμμετοχικούς προϋπολογισμούς– επιχειρεί να απαντήσει στην κρίση αντιπροσώπευσης. Ιδιαίτερη αιχμή αποτέλεσε η πρόταση για συνταγματική ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης, με ρητή απαγόρευση πρακτικών μαζικής επιτήρησης, σε μια συγκυρία όπου η τεχνολογία μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής ισχύος.
Η ομιλία ολοκληρώθηκε με μια πολιτική διακήρυξη που επιχειρεί να επαναφέρει το ΠΑΣΟΚ σε ρόλο φορέα συστημικής αλλαγής και όχι διαχειριστικής εναλλαγής. «Η Δημοκρατία πρέπει να γίνει ξανά επικίνδυνη για τα κατεστημένα», ήταν το κεντρικό μήνυμα, με τον Παπανδρέου να επιχειρεί να επανασυνδέσει το κόμμα με μια παράδοση ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης και κοινωνικής απελευθέρωσης.
