ΠΟΛΙΤΙΚΗ
“Η ανασύνθεση της Προοδευτικής Παράταξης και το λυκόφως των πολιτικών brands (όπως τα ξέραμε)”
«Βιώνουμε το λυκόφως των πολιτικών brands όπως τα ξέραμε». Η φράση αυτή του δημοσιογράφου, πολιτικού αναλυτή και συμβούλου επικοινωνίας Άγγελου Γαβρή, στη συνέντευξή του στο podcast «To The Point» με τον Μπάμπη Καραγεωργίου, αποτυπώνει ίσως με τον πιο καθαρό τρόπο τη βαθιά μετάβαση που διαπερνά σήμερα όχι μόνο την ελληνική πολιτική σκηνή αλλά συνολικά τα δυτικά πολιτικά συστήματα.
Ακούστε το Podcast εδώ:
Η εποχή των παραδοσιακών κομματικών ταυτίσεων, των ιστορικών πολιτικών μηχανισμών και των «ακλόνητων» εκλογικών ακροατηρίων μοιάζει να φτάνει στα όριά της. Τα πολιτικά brands που κυριάρχησαν μεταπολιτευτικά, είτε στη συντηρητική είτε στην προοδευτική πλευρά του πολιτικού φάσματος, δείχνουν πλέον αδύναμα να εκφράσουν τις νέες κοινωνικές αγωνίες. Και αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Από τη Γαλλία μέχρι τη Γερμανία και από τις ΗΠΑ μέχρι τη Λατινική Αμερική, το πολιτικό σύστημα επαναδιαπραγματεύεται τους ίδιους τους όρους ύπαρξής του.
Στην Ελλάδα, η κρίση αυτή αποκτά ακόμη πιο βίαια χαρακτηριστικά. Η δεκαετής οικονομική κατάρρευση, η διάρρηξη της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, η στεγαστική ασφυξία και η αίσθηση κοινωνικής αδικίας δημιούργησαν ένα εκρηκτικό υπόβαθρο πολιτικής απονομιμοποίησης. Μέσα σε αυτό το τοπίο, τα κόμματα δεν κρίνονται πλέον μόνο από τις ιδεολογικές τους αναφορές αλλά από την ικανότητά τους να παράγουν αυθεντικότητα, αξιοπιστία και αίσθηση πραγματικής εκπροσώπησης.
Ο Άγγελος Γαβρής περιέγραψε στη συζήτηση μια νέα πολιτική πραγματικότητα όπου η εικόνα και τα social media δεν λειτουργούν απλώς ως εργαλεία επικοινωνίας αλλά ως βασικοί μηχανισμοί διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης. Η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πεδίο συναισθηματικής ταύτισης, στιγμιαίας εντύπωσης και ψηφιακής επιρροής. Το μήνυμα συμπυκνώνεται σε λίγα δευτερόλεπτα, ενώ η ουσία συχνά υποχωρεί απέναντι στην ανάγκη για συνεχή ορατότητα και αδιάκοπη διαδικτυακή παρουσία.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο αδιέξοδο των παραδοσιακών πολιτικών σχηματισμών. Επιχειρούν να λειτουργήσουν με εργαλεία μιας προηγούμενης εποχής μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει αλλάξει ριζικά. Η πολιτική επικοινωνία δεν είναι πλέον μονοσήμαντη ούτε ελέγχεται αποκλειστικά από τα κεντρικά media. Η δημόσια σφαίρα είναι κατακερματισμένη, ασταθής και απόλυτα εξαρτημένη από τον αλγόριθμο, την εικόνα και τη διαρκή ανακύκλωση πληροφορίας.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Γιατί όταν η εικόνα υπερισχύει διαρκώς της ουσίας, τότε ανοίγει ο δρόμος είτε για τον κυνισμό είτε για τον λαϊκισμό νέου τύπου. Η αποσύνδεση πολιτικής και κοινωνίας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, ενώ η δημοκρατική συμμετοχή περιορίζεται σε μια επιφανειακή κατανάλωση πολιτικού περιεχομένου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανασύνθεση της Προοδευτικής Παράταξης δεν μπορεί να είναι μια απλή διαδικασία εκλογικών συγκολλήσεων ή μηχανιστικών συνεργασιών κορυφής. Δεν αρκούν οι συμμαχίες προσώπων ούτε οι επικοινωνιακές καμπάνιες. Το ζητούμενο είναι η παραγωγή ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού αφηγήματος που θα απαντά στις πραγματικές αγωνίες της εποχής.
Το στεγαστικό αδιέξοδο, η εργασιακή ανασφάλεια, η κλιματική κρίση, η ψηφιακή μετάβαση, η διάλυση της δημόσιας υγείας, η κρίση αντιπροσώπευσης και η αίσθηση αδιεξόδου για τη νέα γενιά δεν αντιμετωπίζονται με slogans και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Χρειάζονται νέα πολιτικά εργαλεία, νέα πρόσωπα, αλλά κυρίως νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική.
Η μεγάλη πρόκληση για τον προοδευτικό χώρο είναι αν μπορεί να ξαναβρεί την κοινωνική του γείωση σε μια εποχή όπου η πολιτική μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε προϊόν ταχείας κατανάλωσης. Αν μπορεί να αρθρώσει ξανά λόγο συλλογικό, πειστικό και βαθιά ανθρώπινο απέναντι σε μια συντηρητική διαχείριση που επενδύει κυρίως στην επικοινωνιακή κυριαρχία και στον έλεγχο της δημόσιας ατζέντας.
Γιατί πίσω από τη φαινομενική σταθερότητα του σημερινού πολιτικού σκηνικού, διαμορφώνονται ήδη νέες κοινωνικές διεργασίες. Η φθορά των πολιτικών brands δεν σημαίνει απαραίτητα και τέλος της πολιτικής. Σημαίνει όμως το τέλος μιας ολόκληρης μεταπολιτευτικής αρχιτεκτονικής που βασίστηκε σε κομματικές βεβαιότητες, επικοινωνιακές σταθερές και παραδοσιακές μορφές πολιτικής επιρροής.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αλλάζει το πολιτικό σύστημα. Αυτό ήδη συμβαίνει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα μπορέσει να εκφράσει τη νέα κοινωνική πλειοψηφία που αναζητά πολιτική εκπροσώπηση έξω από τα φθαρμένα μοντέλα του παρελθόντος.
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της φράσης «βιώνουμε το λυκόφως των πολιτικών brands όπως τα ξέραμε». Όχι ως μια διαπίστωση επικοινωνιακής κρίσης, αλλά ως προειδοποίηση ότι μια ολόκληρη εποχή πολιτικής λειτουργίας κλείνει τον ιστορικό της κύκλο.
