ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η απαξίωση της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα των “αρίστων” της κυβέρνησης ΝΔ
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Σε μια χώρα που διακηρύσσει την «αριστεία» ως σημαία, η καθημερινότητα των ανθρώπων που τη στηρίζουν στην πράξη μοιάζει να αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία.
Η φωνή μιας εκπαιδευτικού, με υψηλή κατάρτιση, πολυετείς σπουδές και συνεχή αξιολόγηση, δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Αντίθετα, συμπυκνώνει μια ευρύτερη κοινωνική συνθήκη που διατρέχει τον δημόσιο τομέα και ειδικά την εκπαίδευση: υπερπροσόντα, χαμηλές απολαβές, εξουθενωτικές συνθήκες και μια διαρκής αίσθηση απαξίωσης.
Η εικόνα δεν αφορά μόνο τους αριθμούς ενός μισθού που μετά βίας καλύπτει τις βασικές ανάγκες. Αφορά μια ολόκληρη αρχιτεκτονική επισφάλειας. Εκπαιδευτικοί που μετακινούνται διαρκώς, που καλούνται να ανασυστήσουν τη ζωή τους από την αρχή σε κάθε διορισμό, που λειτουργούν ως πολυεργαλεία μέσα σε σχολικές δομές με ελλείψεις. Η παιδαγωγική ιδιότητα συγχέεται με διοικητικά καθήκοντα, κοινωνικές παρεμβάσεις, ακόμη και ρόλους που θα έπρεπε να καλύπτονται από άλλες δημόσιες υπηρεσίες
Την ίδια στιγμή, η έννοια της αξιολόγησης, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο βελτίωσης, βιώνεται συχνά ως μηχανισμός πίεσης. Δημιουργεί ένα περιβάλλον φόβου και ανασφάλειας, όπου η επαγγελματική επάρκεια δεν αρκεί για να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς όρους εργασίας. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα: ένα κράτος που απαιτεί διαρκώς περισσότερα από τους λειτουργούς του, χωρίς να ανταποδίδει ούτε τα στοιχειώδη.
Στο φόντο αυτό, η κοινωνική αντίληψη δεν μένει ανεπηρέαστη. Η δημόσια συζήτηση διαμορφώνεται συχνά με όρους απαξίωσης των ίδιων των εργαζομένων, αναπαράγοντας στερεότυπα και μεταθέτοντας την ευθύνη από τις πολιτικές επιλογές στους ανθρώπους που καλούνται να τις υλοποιήσουν. Έτσι, η ένταση δεν κατευθύνεται προς τις δομικές ανισότητες, αλλά εκτονώνεται προς τα κάτω.
Το αποτέλεσμα είναι μια διάχυτη αίσθηση αδικίας. Όχι μόνο για τις υλικές συνθήκες, αλλά και για την ηθική διάσταση: για το πώς αποτιμάται η προσπάθεια, η γνώση, η επιμονή. Όταν η κοινωνική αναγνώριση φαίνεται να αποσυνδέεται από την πραγματική αξία και να ευνοεί άλλες διαδρομές, τότε η κρίση δεν είναι απλώς οικονομική ή επαγγελματική. Είναι βαθιά πολιτική και αξιακή.
Η εκπαίδευση, ως πυλώνας κοινωνικής συνοχής, δεν αντέχει να λειτουργεί πάνω σε αυτό το ρήγμα. Και όσο οι φωνές από το πεδίο πολλαπλασιάζονται, τόσο καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται για «παραφωνίες», αλλά για ένα σύστημα που απαιτεί επαναθεμελίωση.
