ΔΙΕΘΝΗ
Η Ε.Ε αποφασίζει αν θα στείλει στρατό προστασίας των πετρελαιοφόρων στα στενά του Ορμούζ – Κίνδυνος να συρθούμε στο παιχνίδι των Τραμπ-Νετανιάχου
Στο επίκεντρο μιας νέας γεωπολιτικής έντασης βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι υπουργοί Εξωτερικών των κρατών-μελών καλούνται να αποφασίσουν εάν θα επεκταθεί η ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή EUNAVFOR Aspides ώστε να δραστηριοποιηθεί και στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ. Η συζήτηση πραγματοποιείται στις Βρυξέλλες, μέσα σε ένα κλίμα αυξανόμενης διεθνούς έντασης, καθώς η ναυσιπλοΐα στο κρίσιμο αυτό πέρασμα —από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου— θεωρείται πλέον ευάλωτη σε στρατιωτικές και γεωπολιτικές πιέσεις.
Η πρόταση για πιθανή επέκταση της αποστολής διατυπώθηκε από την ύπατη εκπρόσωπο της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας, η οποία υπογράμμισε ότι για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι κρίσιμο να παραμείνει ανοιχτός ο θαλάσσιος διάδρομος. Η ίδια ανέφερε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της εντολής της αποστολής, η οποία σήμερα επιχειρεί κυρίως στην Ερυθρά Θάλασσα για την προστασία εμπορικών πλοίων από επιθέσεις των ανταρτών Χούθι, οι οποίοι συνδέονται πολιτικά και στρατιωτικά με το Ιράν.
Για να προχωρήσει όμως μια τέτοια κίνηση απαιτείται τροποποίηση της εντολής της αποστολής και, κυρίως, πολιτική συναίνεση από τα 27 κράτη-μέλη. Όπως επισημαίνουν ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν υπάρχει διαθέσιμη στρατιωτική δομή, αλλά εάν οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να εμπλακούν ενεργά σε μια περιοχή όπου οι συγκρούσεις μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες, Ισραήλ και Ιράν διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο γεωπολιτικό τρίγωνο.
Το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω μετά την έντονη πίεση που ασκεί η Ουάσιγκτον προς τους συμμάχους της. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε δημοσίως χώρες της Δύσης αλλά και της Ασίας να στείλουν πολεμικά πλοία στην περιοχή, με στόχο —όπως υποστηρίζει— τη διασφάλιση της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, διπλωματικοί κύκλοι στην Ευρώπη εκφράζουν ανησυχία ότι μια τέτοια στρατιωτική κινητοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της κρίσης και να εμπλέξει την Ευρώπη σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό ισχύος.
Η πιθανότητα συγκρότησης ενός «συνασπισμού προθύμων» για την προστασία των θαλάσσιων διαδρόμων εξετάζεται επίσης στο παρασκήνιο. Παρά ταύτα, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε μια άμεση εμπλοκή που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως στρατιωτική στήριξη των γεωπολιτικών επιλογών του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και της αμερικανικής διοίκησης.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση που θα ληφθεί σήμερα αναμένεται να καθορίσει όχι μόνο την επιχειρησιακή παρουσία της Ευρώπης στη Μέση Ανατολή, αλλά και το εύρος της στρατηγικής της αυτονομίας σε μια περίοδο όπου η διεθνής τάξη επανακαθορίζεται μέσα από διαδοχικές κρίσεις.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, με ισχυρή ναυτιλιακή παρουσία στην παγκόσμια αγορά, το ερώτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό αλλά και βαθιά οικονομικό: πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ευρώπη για να προστατεύσει τις ενεργειακές και εμπορικές της αρτηρίες χωρίς να διολισθήσει σε μια επικίνδυνη στρατιωτική εμπλοκή.
