ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η “Οικονομική Φούσκα” της κυβέρνησης ΝΔ “σκάει”: Αύξηση 83% στα “λουκέτα” σε επιχειρήσεις
Η εικόνα που προβάλλει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη περί μιας «ανθεκτικής» ελληνικής οικονομίας αρχίζει να ραγίζει επικίνδυνα όταν έρχεται σε επαφή με τα δεδομένα της πραγματικής αγοράς.
Η εκρηκτική αύξηση των πτωχεύσεων κατά 83,2% το 2025 δεν συνιστά απλώς μια συγκυριακή ανωμαλία· αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης ανισορροπίας, όπου η μακροοικονομική σταθερότητα συνυπάρχει με τη μικροοικονομική κατάρρευση. Πρόκειται για ένα γνώριμο μοτίβο σε οικονομίες που στηρίζονται υπέρμετρα σε εξωτερικές εισροές, τουρισμό και κατανάλωση, ενώ η παραγωγική βάση παραμένει εύθραυστη και άνισα κατανεμημένη.
Η αφήγηση της «ανάπτυξης για όλους» αποδομείται όταν εξεταστεί η διάρθρωση της αγοράς. Η Ελλάδα του 2026 εμφανίζει χαρακτηριστικά δυαδικής οικονομίας: από τη μία πλευρά, μεγάλες επιχειρηματικές οντότητες με πρόσβαση σε κεφάλαια, τεχνολογία και οικονομίες κλίμακας· από την άλλη, μια συρρικνούμενη μάζα μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων που αδυνατούν να προσαρμοστούν στο αυξημένο κόστος δανεισμού και στην επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση. Το αποτέλεσμα είναι μια διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής» χωρίς το δημιουργικό της σκέλος.
Η επιτάχυνση των λουκέτων, ιδίως στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, αποκαλύπτει ότι μεγάλο μέρος της επιχειρηματικότητας επιβίωνε υπό καθεστώς τεχνητής υποστήριξης τα προηγούμενα χρόνια. Με την απόσυρση των μέτρων και την αυστηροποίηση των χρηματοδοτικών συνθηκών, η αγορά εισέρχεται σε φάση βίαιης εκκαθάρισης. Δεν πρόκειται για εξυγίανση με όρους ανταγωνιστικότητας, αλλά για ανακατανομή ισχύος υπέρ των ισχυρών.
Η γεωγραφία της κρίσης είναι εξίσου αποκαλυπτική. Παραδοσιακοί κλάδοι όπως τα αρτοποιεία και τα περίπτερα υποχωρούν δραματικά, σηματοδοτώντας όχι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνική μετάλλαξη. Η γειτονιά, ως κύτταρο μικρής επιχειρηματικότητας, αντικαθίσταται από αλυσίδες και τυποποιημένα μοντέλα κατανάλωσης. Στην εστίαση, η εικόνα είναι ανάλογη: η αύξηση της τουριστικής ζήτησης δεν μεταφράζεται σε βιωσιμότητα για τους μικρούς παίκτες, αλλά σε περαιτέρω συγκέντρωση της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των νέων εγγραφών επιχειρήσεων στους τομείς των logistics και της αποθήκευσης καταδεικνύει τη μετατόπιση του οικονομικού κέντρου βάρους. Η ελληνική οικονομία μετασχηματίζεται από δίκτυο μικρών βιτρινών σε κόμβο διαμετακόμισης και αποθήκευσης.
Η εξέλιξη αυτή, αν και ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς τάσεις, ενέχει τον κίνδυνο μιας μονοδιάστατης ανάπτυξης, όπου η προστιθέμενη αξία παραμένει περιορισμένη και εξαρτώμενη από εξωγενείς παράγοντες.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η οικονομία αλλάζει, αλλά ποιος πληρώνει το κόστος αυτής της μετάβασης. Μέχρι στιγμής, τα δεδομένα δείχνουν ότι το βάρος πέφτει δυσανάλογα στους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες, οι οποίοι αποτελούσαν διαχρονικά τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής αγοράς. Η «φούσκα» της ανάπτυξης δεν σκάει με θόρυβο· διαλύεται σιωπηλά, μέσα από στατιστικές που αποτυπώνουν μια οικονομία λιγότερο πολυσυλλεκτική και περισσότερο συγκεντρωμένη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική επιλογή δεν είναι ουδέτερη. Η διαχείριση της μετάβασης θα καθορίσει αν η Ελλάδα θα εξελιχθεί σε μια ανθεκτική, παραγωγική οικονομία ή σε μια αγορά περιορισμένων ευκαιριών, όπου η επιβίωση αποτελεί προνόμιο των λίγων.
