ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η Συνταγματική αναθεώρηση ως πολιτικό σωσίβιο για τη ΝΔ: το Μαξίμου ψάχνει συναίνεση με το βλέμμα στραμμένο στο ΠΑΣΟΚ
Με φόντο μια καθημερινότητα που πιέζει κοινωνικά και πολιτικά και με τα δημοσκοπικά ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας να κινούνται σταθερά χαμηλότερα από τις προσδοκίες του Μεγάρου Μαξίμου, η κυβέρνηση επιχειρεί να ανοίξει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προσδοκώντας διπλό όφελος: αλλαγή της ατζέντας και πολιτική επανατοποθέτηση μέσω του αφηγήματος της «εθνικής συναίνεσης».
Στο κυβερνητικό επιτελείο δεν το κρύβουν. Ο πραγματικός συνομιλητής δεν είναι το σύνολο της αντιπολίτευσης, αλλά το ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη θεωρείται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ο μοναδικός δυνητικός εταίρος σε ένα μελλοντικό πολιτικό σκηνικό, στο οποίο η αυτοδυναμία φαντάζει ολοένα και πιο δύσκολη. Η συνταγματική αναθεώρηση, έτσι, μετατρέπεται σε πεδίο δοκιμής προθέσεων και αντοχών, αλλά και σε εργαλείο πολιτικής πίεσης προς την αξιωματική αντιπολίτευση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, σήμερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης αναμένεται να παρουσιάσει το βασικό χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας, ενώ δεν αποκλείεται ακόμη και δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού με έκκληση για «τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση». Παράλληλα, τις επόμενες ώρες θα αποσταλεί επιστολή σε όλους τους βουλευτές της Ν.Δ., με την οποία θα καλούνται να καταθέσουν τις προτάσεις τους έως τα τέλη Φεβρουαρίου.
Η διαδικασία, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, θα ξεκινήσει από την παρούσα Βουλή και θα ολοκληρωθεί από την επόμενη. Ωστόσο, ενώ αρχικά στο Μαξίμου συζητούσαν έναρξη στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, πλέον η επιλογή είναι η επίσπευση, με συγκρότηση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και άμεση έναρξη της επεξεργασίας των άρθρων.
Τα πρόσωπα και οι ισορροπίες
Επικρατέστερος για την προεδρία της Επιτροπής εμφανίζεται ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, με εμπειρία από την αναθεώρηση του 2019. Κεντρικό ρόλο αναμένεται να έχει ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, καθώς και ο γενικός γραμματέας του πρωθυπουργικού γραφείου Σταύρος Κουτνατζής. Παρόντες στον στενό κύκλο και ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, ο Άκης Σκέρτσος, ο Γιώργος Μυλωνάκης και ο Παύλος Μαρινάκης. Πρόκειται για μια ομάδα με έντονο νομικό αποτύπωμα, αλλά και σαφή πολιτική στόχευση.
Άρθρο 86: αλλαγή χωρίς ρήξη
Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθεί το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. Η κυβέρνηση δείχνει να απορρίπτει την κατάργησή του, προσανατολιζόμενη σε μια «βελτίωση» των προβλέψεων, ώστε το ακαταδίωκτο να γίνει πιο ευέλικτο. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Έρχεται σε μια συγκυρία όπου το θέμα έχει επανέλθει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση, τόσο λόγω της υπόθεσης των Τεμπών όσο και του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου πολιτικά πρόσωπα βρέθηκαν εκτός ουσιαστικού ελέγχου. Η Μαρία Καρυστιανού έχει ήδη προαναγγείλει σκληρή κριτική, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της θεσμικής λογοδοσίας.
Το πακέτο των αναθεωρήσεων
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η Ν.Δ. εξετάζει πακέτο άνω των 60 άρθρων, σε σύνολο 120. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζουν:
– Το άρθρο 103 για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο.
– Το άρθρο 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όπου Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ έχουν συγκλίνουσες θέσεις.
– Το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος, που ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
– Το άρθρο 90 για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ζήτημα που έχει αναδείξει δημόσια το ΠΑΣΟΚ.
– Το άρθρο 30 για τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, με πρόταση αύξησης στα έξι χρόνια.
– Το άρθρο 53 για τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και το άρθρο 72 για τις αρμοδιότητες της Ολομέλειας.
Στο τραπέζι μπαίνουν επίσης ρυθμίσεις για την Τεχνητή Νοημοσύνη, καθώς και η καθολική εφαρμογή της επιστολικής ψήφου για όλους τους εκλογείς και όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, πρόταση που αλλάζει ριζικά το εκλογικό τοπίο.
Οι πρώτες επιφυλάξεις
Παρέμβαση με ιδιαίτερη βαρύτητα έκανε ο συνταγματολόγος Ξενοφών Κοντιάδης, επισημαίνοντας ότι η αναθεώρηση ξεκινά σε ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό περιβάλλον και εκφράζοντας ανοιχτά την απαισιοδοξία του για την έκβαση του εγχειρήματος. Ειδικά οι προτάσεις για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και την τροποποίηση του άρθρου 24, όπως τονίζει, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την κατεύθυνση και τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα ανοίξει η συζήτηση για το Σύνταγμα. Είναι αν η κυβέρνηση επιδιώκει μια ουσιαστική θεσμική τομή ή αν χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως πολιτικό εργαλείο διαχείρισης φθοράς, μεταθέτοντας τη συζήτηση μακριά από την κοινωνική πίεση, την ακρίβεια και τα ανοιχτά σκάνδαλα. Και κυρίως, αν το ΠΑΣΟΚ θα επιτρέψει να μετατραπεί σε δεκανίκι μιας στρατηγικής που περισσότερο θυμίζει πολιτικό τακτικισμό παρά θεσμική αναγέννηση.
