Η τοποθέτηση του Γ.Ταρνάρη για τα Πανεπιστήμια στην εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για την Σοσιαλδημοκρατική Ανανέωση

Ολόκληρη η τοποθέτηση του Γιάννη Ταρνάρη

Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας σε αυτήν την παρά πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση και ανάμεσα σε τόσους αξιόλογους συνομιλητές. Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο γιατί βλέπω να συμβαίνει κάτι το οποίο δεν είναι αυτονόητο, μια συζήτηση η οποία αφορά την Παιδεία και το Δημόσιο Πανεπιστήμιο και στην οποία δίνεται βήμα στην νέα γενιά να εκφραστεί, να εκφραστούν οι απόψεις μας, να ακουστεί η φωνή μας και να αναδειχθούν οι προβληματισμοί μας. 

Εγώ θα προσπαθήσω να μην κρατήσω πάρα πολλή ώρα το λόγο, καθώς θέλω να αναφερθώ σε κάποια πολύ συγκεκριμένα ζητήματα. Άλλωστε τα του νομοσχεδίου τα έχουν αναλύσει πολύ ωραία και εκτενώς οι προλαλήσαντες. 

Θέλω να ξεκινήσω με την αναφορά μου σε ένα ζήτημα το οποίο δεν άπτεται απευθείας του νομοσχεδίου που έρχεται προς ψήφιση, αλλά έχει απασχολήσει παρά πολύ το προηγούμενο διάστημα την κοινή γνώμη. Μπορώ να πω ότι συνεχίζει να απασχολεί εδώ και αρκετά χρόνια την ακαδημαϊκή κοινότητα και δεν είναι άλλο από το ζήτημα της ασφαλείας στα Ιδρύματα και κατ’ επέκταση το ζήτημα της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας. Έχω την εντύπωση ότι όσον αφορά το ζήτημα της ασφάλειας στα ιδρύματα ο δημόσιος διάλογος έχει μάλλον ξεφύγει από τα πλαίσια του λογικού και έχει μπει στα στενά πλαίσια μίας στείρας κομματικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι μάλλον πρέπει να ξανά πιάσουμε το ζήτημα από τη βάση του και να θέσουμε κάποια βασικά ερωτήματα. 

Υπάρχει εγκληματικότητα στα Πανεπιστήμια; 

Ναι, υπάρχει και δεν αναφέρομαι στα πρόσφατα γεγονότα τα οποία είδαμε στο ΑΠΘ, αλλά αναφέρομαι πολύ περισσότερο σε γεγονότα τα οποία έχουμε ζήσει στο πρόσφατο παρελθόν, που αφορούν κλοπές εργαστηριακού εξοπλισμού εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από το ΕΜΠ, επιθέσεις και βανδαλισμούς εναντίον πολιτικών χώρων, εναντίον καθηγητών αλλά και μεμονωμένα περιστατικά εναντίον φοιτητών. 

Αποτελούν τα Ιδρύματα χώρους που προάγουν κατ’ εξοχήν την εγκληματικότητα; 

Εδώ νομίζω πως η απάντηση είναι όχι. Γιατί, ειδικά αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα δούμε ότι σε εβδομαδιαία και ενδεχομένως ακόμα και σε καθημερινή βάση βλέπουμε έξω στον δρόμο να γίνονται εκτελέσεις, βλέπουμε φαινόμενα όπως οι γυναικοκτονίες, περιστατικά κακοποίησης, και όλα αυτά τα βλέπουμε δυστυχώς σε πολύ μεγάλη συχνότητα. Όποτε, για αυτόν τον λόγο, θεωρώ ότι η δημιουργία της πανεπιστημιακής αστυνομίας πέρα από επικοινωνιακούς λόγους και επικοινωνιακούς σκοπούς που θα εξυπηρετήσει για τη Νέα Δημοκρατία και την κυβέρνηση, δεν θα λύσει τίποτε επί της ουσίας στο κομμάτι της ασφάλειας. Μάλλον κατά πάσα πιθανότητα θα έρθει να πυροδοτήσει νέες εστίες έντασης και μάλιστα και θα ρίξει νερό στο μύλο όσων τρέφονται από τέτοιου είδους εντάσεις μέσα στα πανεπιστήμια. Θέλω επίσης σ’ αυτό το σημείο να σημειώσω ότι διάφορες μελέτες από όλον τον κόσμο έχουν καταλήξει στο εξής συμπέρασμα, ότι όπου αυξάνεται η αστυνόμευση το μόνο το οποίο επιτυγχάνεται τελικά είναι η αύξηση των κρουσμάτων παραβατικότητας και εγκληματικότητας. Και για να κλείσω σε ό,τι αφορά το ζήτημα αυτό, νομίζω ότι το πρόβλημα με την ασφάλεια στα ιδρύματα έχει να κάνει βασικά με την παραχάραξη που έχει δεχθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια η έννοια του ακαδημαϊκού ασύλου. Γιατί πλέον έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όλοι μας, είτε θύματα είτε θύτες είτε απλοί παρατηρητές να είμαστε βέβαιοι ότι οποιαδήποτε εγκληματική ενέργεια κι αν γίνει μέσα στον χώρο του πανεπιστημίου, αυτή κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να τιμωρηθεί. Άρα, αν αναζητάμε μία μαγική λύση για το θέμα της ασφάλειας, αυτή δεν είναι άλλη από το πάρα πολύ απλό αλλά ίσως ταυτόχρονα πάρα πολύ δύσκολο, του να εφαρμόζεται απλά ο νόμος και μέσα στο πανεπιστήμιο όπως εφαρμόζεται οπουδήποτε έξω στη κοινωνία.

Για να περάσω και στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με το νομοσχέδιο για την Τριτοβάθμια, είναι γεγονός ότι αν καθίσουμε να αναλογιστούμε στην διάρκεια της μεταπολίτευσης ποιος νόμος-πλαίσιο είναι αυτός που εφαρμόστηκε πλήρως και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αυτός μάλλον είναι ο νόμος πλαίσιο του ‘82 που έφερε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Αυτό νομίζω ότι συνέβη κυρίως για δύο λόγους, αφενός διότι αποτελούσε προϊόν ευρείας συναίνεσης και αφετέρου διότι είχε καταφέρει να απαντήσει στις ανάγκες της τότε εποχής, για ένα δημοκρατικό πανεπιστήμιο σε κάθε πτυχή και σε κάθε έκφανση της λειτουργίας του. Έκτοτε, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, έχουν γίνει πάμπολλες προσπάθειες από σχεδόν όλες τις κυβερνήσεις να έρθουν και να εφαρμοστούν νέοι νόμοι που θα διέπουν την λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, αλλά νομίζω ότι και εδώ μπορούμε να συμφωνήσουμε, ότι οι περισσότεροι είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό έχουν αποτύχει. Για να έρθουμε λοιπόν στο σήμερα, όπου η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και υπουργός κα. Κεραμέως, μετά από το επικοινωνιακό πυροτέχνημα το οποίο αποτέλεσε η κατάργηση του ασύλου, η οποία και θεσπίστηκε μόλις λίγους μήνες μετά την εκλογή της νέας Δημοκρατίας το 2019, και επίσης μετά την αμφιβόλου συνταγματικότητας ισοτίμηση των πτυχίων των κολλεγίων με τα πτυχία των ΑΕΙ, ξαφνικά, στον 3ο χρόνο διακυβέρνησής της, προς το τέλος και, απ’ότι φημολογείται λίγο πριν τις εκλογές, έρχεται να παρουσιάσει έναν δικό της νόμο-πλαίσιο. Μάλιστα πρόκειται για έναν νόμο-πλαίσιο ο οποίος είναι εκ προοιμίου καταδικασμένος να αποτύχει, καθώς όχι μόνο δεν φαίνεται να απαντά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύγχρονο πανεπιστήμιο, αλλά πρόκειται για ένα εκτενέστατο νομοσχέδιο 345 άρθρων και 400 και πλέον σελίδων, για το οποίο δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι αποτελεί προϊόν γόνιμου διαλόγου με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Κι σαν μην έφτανε αυτό από μόνο του ως προβληματικό γεγονός, να σημειώσουμε ότι δόθηκε ένα περιθώριο αρχικά δύο εβδομάδων από την κυβέρνηση για ηλεκτρονική διαβούλευση, το οποίο στη συνέχεια μετά από την κατακραυγή και τις αντιδράσεις παρατάθηκε κατά μια εβδομάδα. Αυτό και μόνο ως γεγονός, πριν μπούμε καν στη διαδικασία να εξετάσουμε το τι μπορεί να λέει αυτό το νομοσχέδιο, καθιστά αδύνατο για κάποιον να πιστέψει ότι μια κυβέρνηση η οποία εισάγει ένα τέτοιο νομοσχέδιο με αυτόν τον τρόπο νοιάζεται πραγματικά για να λύσει τις παθογένειες ετών και δεκαετιών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό μάλλον θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καλύτερα ως εμπαιγμός.
Όσον αφορά το περιεχόμενο αυτό καθ’ αυτό, αν και το ανέλυσαν εκτενέστατα οι προλαλήσαντες, αν θέλουμε να πιάσουμε άρθρο-άρθρο και να αναλύσουμε το τι ακριβώς λέει, νομίζω ότι θα χρειαζόμασταν άλλες 3-4 αντίστοιχες συζητήσεις. Εγώ θα ήθελα να σταθώ σε ένα από τα πιο προβληματικά σημεία τα οποία έχουμε εντοπίσει. Συγκεκριμένα, όταν λέμε ότι θέλουμε ένα πανεπιστήμιο δημοκρατικό και το οποίο να λειτουργεί με διαφάνεια, δεν μπορούμε να βλέπουμε με καλό μάτι το γεγονός ότι ο πρύτανης θα εκλέγεται από ένα σώμα 11 ατόμων, από τους οποίους μάλιστα οι πέντε θα είναι εξωπανεπιστημιακοί και οι οποίοι θα ορίζονται από τους υπόλοιπους έξι. Δεν μπορούμε να βλέπουμε με καλό μάτι ο ίδιος ο πρύτανης θα διορίζει τους αντιπρυτάνεις και τους κοσμήτορες. Προκύπτουν, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, τεράστια ζητήματα διαφάνειας και πολύ φοβάμαι ότι ένα τέτοιο μοντέλο διοίκησης, εάν εφαρμοστεί, θα γεννήσει και θα εμφανίσει στο μέλλον φαινόμενα παρεοκρατίας. 

Αλλά για να δούμε και ένα άλλο κομμάτι, γιατί πολλοί ασκούν κριτική στην νέα γενιά ότι συνέχεια λέει τι δεν θέλει και τι δεν της αρέσει, αλλά ποτέ δεν λέει τι θέλει τελικά, να απαντήσουμε σε αυτή την κριτική. Να πούμε λοιπόν ποιο είναι το πανεπιστήμιο που τελικά θέλει η νέα γενιά. 

Όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκομαι στο δημόσιο πανεπιστήμιο, πρώτα ως προπτυχιακός φοιτητής και τώρα ως μεταπτυχιακός, από άπειρες ώρες ατέλειωτων συζητήσεις που έχω κάνει με συμφοιτητές μου, είτε λίγο μεγαλύτερους είτε λίγο μικρότερους, έχω καταλήξει σε κάποια βασικά συμπεράσματα για το πως είναι το πανεπιστήμιο που θέλει η πλειοψηφία της νέας γενιάς. Θέλουμε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο το οποίο δεν θα είναι υποχρηματοδοτούμενο, του οποίου τα λειτουργικά έξοδα θα καλύπτονται επαρκώς από την πολιτεία, είτε μιλάμε για υποδομές είτε για ανθρώπινο δυναμικό, καθηγητικό προσωπικό, διοικητικό προσωπικό, προσωπικό φύλαξης κοκ. Για να αναδειχθούν όμως αυτές οι ανάγκες είναι καθοριστικής σημασίας να εφαρμοστεί ένας μηχανισμός αξιολόγησης, ένας μηχανισμός ουσιαστικής αξιολόγησης των δομών και των υπηρεσιών που παρέχει το κάθε ίδρυμα, μιας αξιολόγησης στην οποία θα συμμετέχουν όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και πρόσωπα εξωπανεπιστημιακά αναγνωρισμένου ακαδημαϊκού κύρους.
Και βέβαια κάτι ακόμα που θα ήθελα να θίξω σε αυτό το σημείο, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να παραβλέπουμε τα ζητήματα των παροχών, που έχουν να κάνουν με την σίτιση και την στέγαση και είναι πάρα πολύ σημαντικά ζητήματα αυτά γιατί έχουμε δει τα τελευταία χρόνια με την οικονομική κρίση αλλά και με την πανδημία να έχουν αποκτήσει μία πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα και μια πολύ μεγαλύτερη σημασία για τους φοιτητές.

Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω για ακόμα μια φορά ότι η νέα γενιά έχει μεγάλες ανησυχίες για το γεγονός ότι, όπως φαίνεται, το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν φαίνεται να βαδίζει προς την σωστή κατεύθυνση αλλά μάλλον προς την λάθος. Είναι χρέος μας τόσο ως προοδευτικοί πολίτες όσο και ως νέα γενιά να κάνουμε πραγματικά ο,τι περνάει από το χέρι μας για να διαμορφώσουμε ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο το οποίο θα αποτελεί πυλώνα κοινωνικής κινητικότητας και βεβαίως έναν πολύ βασικό παράγοντα που θα αμβλύνει τις ανισότητες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ