ΓΝΩΜΕΣ
Κάντο όπως ο Πέδρο Σαντσεθ στην Ισπανία: Κλείνει τις βάσεις των ΗΠΑ και θυμίζει.. ΠΑΣΟΚ και Ανδρέα Παπανδρέου
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Η απόφαση του Pedro Sánchez να αρνηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες τη χρήση των βάσεων στη Ρότα και στο Μορόν για επιθέσεις κατά του Ιράν δεν είναι μια απλή διπλωματική διαφοροποίηση. Είναι μια πράξη πολιτικής κυριαρχίας. Σε μια Ευρώπη που συχνά σπεύδει να στοιχηθεί πίσω από τις στρατιωτικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον, η Μαδρίτη υπενθύμισε ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι διακοσμητική ρητορική αλλά δεσμευτικό πλαίσιο.
Η ισπανική κυβέρνηση κατέστησε σαφές ότι οι κοινές βάσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιχειρήσεις που δεν εδράζονται στον Χάρτη του ΟΗΕ. Η τοποθέτηση αυτή, απέναντι στην πολεμική επιλογή των Donald Trump και Benjamin Netanyahu, συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της λογικής των μονομερών στρατιωτικών επεμβάσεων. Δεν πρόκειται για φιλοϊρανική στάση. Πρόκειται για επιμονή στη νομιμότητα και στην αποτροπή μιας γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.
Η στάση αυτή ξυπνά μνήμες από μια άλλη εποχή της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όταν στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το ΠΑΣΟΚ αρθρώνει το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και απαιτεί «έξω οι βάσεις των ΗΠΑ από την Ελλάδα». Στην περίοδο 1974–1981, το αίτημα για εθνική κυριαρχία και αποδέσμευση από στρατιωτικούς σχεδιασμούς υπερδυνάμεων αποτέλεσε ιδρυτικό στοιχείο μιας νέας πολιτικής αυτοσυνειδησίας. Μπορεί η Ιστορία να μην επαναλαμβάνεται μηχανικά, όμως η ηχώ της είναι παρούσα κάθε φορά που μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση επιλέγει να θέσει όρια.
Ο Σάντσεθ δεν κινείται εκτός ΝΑΤΟ ούτε εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου. Αντιθέτως, επανατοποθετεί τη συμμετοχή της Ισπανίας σε αυτά τα σχήματα εντός ενός αυστηρού νομικού και πολιτικού ορίου. Σε μια συγκυρία όπου η έννοια της «συμμαχικής υποχρέωσης» τείνει να ερμηνεύεται ως λευκή επιταγή, η Μαδρίτη υπενθυμίζει ότι οι συμφωνίες έχουν ρήτρες, και οι ρήτρες έχουν προϋποθέσεις.
Η επιλογή αυτή έχει κόστος. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη καταδείξει ότι δεν αντιμετωπίζει με επιείκεια τις ευρωπαϊκές διαφοροποιήσεις, ενώ η πίεση για αύξηση των αμυντικών δαπανών και για πλήρη ευθυγράμμιση παραμένει ισχυρή. Όμως η πολιτική δεν είναι λογιστικό φύλλο συμμόρφωσης. Είναι πεδίο σύγκρουσης αντιλήψεων για τον ρόλο της Ευρώπης στον κόσμο.
Σε μια περίοδο που η ήπειρος ταλαντεύεται ανάμεσα στην αμηχανία και στον ευρωατλαντικό αυτοματισμό, η ισπανική στάση ανοίγει χώρο για μια διαφορετική συζήτηση: μπορεί ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ να αρνηθεί εμπλοκή σε μια στρατιωτική επιχείρηση που θεωρεί νομικά και πολιτικά επισφαλή; Η απάντηση της Μαδρίτης είναι καταφατική. Και αυτή η καταφατική απάντηση έχει βαρύτητα πολύ πέρα από τα γεωγραφικά όρια της Ανδαλουσίας.
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, που συχνά κατηγορείται για ιδεολογική αμηχανία, βρίσκει εδώ μια στιγμή καθαρότητας. Η υπεράσπιση της ειρήνης δεν ταυτίζεται με την ανοχή σε αυταρχικά καθεστώτα. Η απόρριψη μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης δεν σημαίνει εξίσωση θυτών και θυμάτων. Σημαίνει επιλογή πολιτικής λύσης αντί για στρατιωτική περιπέτεια.
Η Ισπανία δεν αποσύρεται από τη Δύση. Διεκδικεί τον ορισμό της. Και σε έναν κόσμο που διολισθαίνει σε διαδοχικές συγκρούσεις χωρίς σαφή στρατηγικό ορίζοντα, αυτή η διεκδίκηση ίσως αποδειχθεί η πιο ριζοσπαστική πράξη ρεαλισμού.
