ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Κυκλοφοριακό Αθήνα: όταν η Δημοτική Αρχή διεκδικεί λύσεις και όχι άλλοθι
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Για χρόνια, το κυκλοφοριακό πρόβλημα της Αθήνας χρησιμοποιήθηκε ως βολική δικαιολογία. Άλλοθι για την απουσία σχεδιασμού, για την αναβλητικότητα της πολιτείας, για τη μετακύλιση ευθυνών από επίπεδο σε επίπεδο διοίκησης. Σήμερα, με τη δημοτική αρχή του Χάρη Δούκα, διαφαίνεται μια διαφορετική προσέγγιση: λιγότερη ρητορική και περισσότερη παρέμβαση, έστω και σταδιακή.
Τα μέτρα τριών φάσεων που συζητούνται για τον Κηφισό εντάσσονται σε αυτή τη λογική. Δεν πρόκειται για μια πρόχειρη εξαγγελία, αλλά για μια προσπάθεια διαχείρισης ενός από τα πιο κορεσμένα οδικά δίκτυα της χώρας, με σεβασμό τόσο στη λειτουργία της αγοράς όσο και στην αντοχή της πόλης. Η επιλογή να περιοριστούν οι βαριές μεταφορές σε συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα αναγνωρίζει ένα απλό δεδομένο: η άναρχη συνύπαρξη όλων των χρήσεων, όλες τις ώρες, οδηγεί σε παράλυση.
Στον δημόσιο διάλογο καταγράφεται συχνά η αγωνία των πολιτών, όπως αποτυπώνεται και στον αυξημένο αριθμό παραπόνων για την καθημερινή μετακίνηση. Αυτή η πίεση δεν αγνοείται. Αντίθετα, φαίνεται να λειτουργεί ως επιταχυντής για αποφάσεις που για χρόνια έμεναν στα συρτάρια. Η δημοτική αρχή επιλέγει να συνομιλήσει με τα δεδομένα, με τις μελέτες και με την πραγματική εικόνα των δρόμων, όχι με πολιτικά στερεότυπα.
Ο Χάρης Δούκας δεν κρύβει ότι οι λύσεις θα είναι σύνθετες και θα απαιτήσουν χρόνο. Όμως η επιμονή στη σταδιακή εφαρμογή, στην αξιολόγηση κάθε φάσης και στη δυνατότητα διορθωτικών κινήσεων συνιστά ένδειξη σοβαρότητας.
Σε αντίθεση με την κεντρική κυβέρνηση, που συχνά αντιμετωπίζει τα αστικά προβλήματα με οριζόντιες ρυθμίσεις και ελάχιστη γνώση της τοπικής πραγματικότητας, ο Δήμος Αθηναίων επιχειρεί να λειτουργήσει με όρους μητροπολιτικής ευθύνης.
Το κυκλοφοριακό δεν είναι απλώς ζήτημα μετακίνησης. Είναι ζήτημα δημόσιου χώρου, υγείας, περιβάλλοντος και κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάθε λεπτό καθυστέρησης στους δρόμους μεταφράζεται σε χαμένο χρόνο ζωής, σε αυξημένη ρύπανση, σε επιβάρυνση της καθημερινότητας. Η επιλογή της δημοτικής αρχής να ανοίξει αυτό το μέτωπο, γνωρίζοντας το πολιτικό κόστος, δείχνει ότι η Αθήνα επιχειρεί να φύγει από τη λογική της διαχείρισης της μιζέριας.
Η πόλη δεν χρειάζεται άλλες υποσχέσεις. Χρειάζεται παρεμβάσεις που να δοκιμάζονται στην πράξη και να κρίνονται αυστηρά. Σε αυτή τη διαδρομή, η σημερινή διοίκηση δείχνει ότι αντιλαμβάνεται το πρόβλημα στο πραγματικό του μέγεθος και τολμά να το αντιμετωπίσει. Και αυτό, για την Αθήνα, συνιστά ήδη μια ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος.
