ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Κυβέρνηση επικίνδυνη για την ποιότητα της Δημοκρατίας: Φέρνουν νέο νόμο- έκτρωμα στη Βουλή- Πλήρης αποδυνάμωση του “σταυρού” στην κοινωνία – Λιγότεροι Βουλευτές -7 περιφέρειες
Γαβρής Άγγελος
Η συζήτηση που ανοίγει η κυβέρνηση ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναμόρφωση του εκλογικού συστήματος δεν είναι απλώς θεσμική. Είναι βαθιά πολιτική και, κυρίως, αποκαλυπτική για το πώς αντιλαμβάνεται η εξουσία τη δημοκρατία: όχι ως πεδίο ισότιμης εκπροσώπησης, αλλά ως μηχανισμό ελέγχου του αποτελέσματος.
Το προτεινόμενο υβριδικό μοντέλο –με μονοεδρικές περιφέρειες, λίστα και ουσιαστική αποδυνάμωση του σταυρού– ανατρέπει τη βασική αρχή της αναλογικής αντιπροσώπευσης. Στην πράξη, μεταφέρει το κέντρο βάρους από τον ψηφοφόρο στο κόμμα. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια· είναι δομική μεταβολή του πολιτεύματος.
Στις μονοεδρικές περιφέρειες, η λογική είναι απλή αλλά σκληρή: «ο νικητής τα παίρνει όλα». Ένας υποψήφιος μπορεί να εκλεγεί με 35% ή 40%, αφήνοντας εκτός εκπροσώπησης την πλειοψηφία των πολιτών της περιφέρειας.
Αν αυτή η λογική εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: τεχνητές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες που δεν αντανακλούν τη λαϊκή βούληση.
Αρκεί ένα υποθετικό, αλλά απολύτως ρεαλιστικό παράδειγμα. Ένα κόμμα συγκεντρώνει 38% πανελλαδικά, αλλά κερδίζει τις περισσότερες μονοεδρικές λόγω γεωγραφικής κατανομής της ψήφου. Με το νέο σύστημα, μπορεί να εξασφαλίσει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παρά το γεγονός ότι έξι στους δέκα ψηφοφόρους έχουν επιλέξει κάτι άλλο. Η απόκλιση ανάμεσα στην κοινωνία και το Κοινοβούλιο μετατρέπεται από παρενέργεια σε κανόνα.
Ένα δεύτερο σενάριο αποκαλύπτει ακόμη πιο καθαρά τη στρέβλωση. Σε μια μονοεδρική περιφέρεια, τρεις υποψήφιοι συγκεντρώνουν 34%, 33% και 33%. Ο πρώτος εκλέγεται, οι υπόλοιποι εξαφανίζονται θεσμικά. Δύο στους τρεις πολίτες μένουν χωρίς φωνή. Ποια δημοκρατική αρχή υπηρετείται εδώ;
Η κατάργηση ή ο δραστικός περιορισμός του σταυρού προτίμησης ολοκληρώνει την εικόνα. Οι βουλευτές δεν θα εκλέγονται πλέον από τους πολίτες, αλλά θα επιλέγονται ουσιαστικά από τις ηγεσίες. Η πολιτική λογοδοσία μετατοπίζεται: από τον ψηφοφόρο στον αρχηγό. Η Βουλή κινδυνεύει να μετατραπεί σε σώμα διορισμένων, όχι εκλεγμένων αντιπροσώπων.
Η επίκληση του «γερμανικού μοντέλου» λειτουργεί ως θεσμικό άλλοθι. Στη Γερμανία, ωστόσο, οι μονοεδρικές εξισορροπούνται από έναν ισχυρό μηχανισμό αναλογικής διόρθωσης. Αν ένα κόμμα υπερεκπροσωπηθεί, το σύστημα προσθέτει έδρες ώστε να αποκατασταθεί η αναλογικότητα. Χωρίς αυτή τη δικλείδα, το μοντέλο που προτείνεται στην Ελλάδα δεν είναι «γερμανικό» — είναι μια παραλλαγή ενισχυμένου πλειοψηφισμού με περιορισμένα αντίβαρα.
Η μείωση του αριθμού των βουλευτών εντείνει περαιτέρω το πρόβλημα. Λιγότερες έδρες σημαίνουν μεγαλύτερα εκλογικά φίλτρα, λιγότερες δυνατότητες εκπροσώπησης για μικρότερα κόμματα, μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας. Σε μια χώρα με ήδη ισχυρό πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, η τάση αυτή δεν είναι ουδέτερη
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν το σύστημα θα παράγει «σταθερές κυβερνήσεις». Το ερώτημα είναι τι είδους δημοκρατία παράγει. Μια δημοκρατία που αντανακλά την κοινωνία ή μια δημοκρατία που την αναδιαμορφώνει τεχνητά για να εξυπηρετεί την εκάστοτε πλειοψηφία;
Η πρόταση της κυβέρνησης δεν απαντά σε αυτό το ερώτημα. Αντιθέτως, το παρακάμπτει. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Γιατί όταν η εκλογική μηχανική γίνεται εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας, η δημοκρατία παύει να είναι αυτονόητη και γίνεται διακύβευμα.
