ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο Ξ.Κοντιάδης απαντά σε Πλεύρη-Άδωνι: “Ο φασισμός δείχνει τα δόντια του μέσα από την κυβέρνηση χωρίς να αντιδρά ο Πρωθυπουργός”
Η δημόσια επίθεση υπουργών της κυβέρνησης σε διεθνείς θεσμούς όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης και η Διεθνής Αμνηστία δεν πέρασε απαρατήρητη. Τα σχόλια του Θάνου Πλεύρη και του Άδωνι Γεωργιάδη περί «αριστεροκρατούμενων» και «αδιάφορων» οργανισμών άνοιξαν μια επικίνδυνη συζήτηση, όχι μόνο για τη στάση της Ελλάδας απέναντι στο διεθνές δίκαιο, αλλά κυρίως για το πώς αντιλαμβάνεται η ίδια η κυβέρνηση τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.
Η απάντηση ήρθε μετωπικά και χωρίς περιστροφές από τον συνταγματολόγο Ξενοφώντα Κοντιάδη. Σε δημόσια ανάρτησή του, ο καθηγητής έθεσε το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις, προειδοποιώντας για τον ολισθηρό δρόμο που ανοίγει όταν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη αμφισβητούν την υπόσταση διεθνών δικαιοδοτικών οργανισμών με πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια. «Ο φασισμός δείχνει τα δόντια του μέσα από το ίδιο το σώμα της Κυβέρνησης, χωρίς ο επικεφαλής της να αντιδρά», σημειώνει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ένα φαινόμενο που δεν μπορεί πλέον να υποβαθμίζεται ως επικοινωνιακή υπερβολή.
Η ουσία της παρέμβασης Κοντιάδη δεν περιορίζεται στην κριτική δύο υπουργών. Αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής συγκρότησης της χώρας. Όταν, όπως επισημαίνει, τίθεται το δίλημμα «Πατρίδα και Έθνος» απέναντι στη «Δημοκρατία και το Σύνταγμα», τότε η δημόσια σφαίρα μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης για έννοιες που μεταπολιτευτικά θεωρούνταν αυτονόητες και αδιαπραγμάτευτες. Δεν πρόκειται για θεωρητική ανάλυση, αλλά για σαφή προειδοποίηση ότι η εργαλειοποίηση του πατριωτισμού λειτουργεί ως όχημα αποδόμησης θεσμών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επισήμανση ότι Πατρίδα και Σύνταγμα, Δημοκρατία και Έθνος δεν είναι αντίπαλες έννοιες, αλλά αλληλένδετες και αδιαχώριστες. Ο τεχνητός διαχωρισμός τους με όρους πολεμικής, όπως τονίζει, οδηγεί «με μαθηματική ακρίβεια στον φασισμό». Πρόκειται για μια διατύπωση που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και απευθύνεται τόσο στους πολίτες όσο και στην πολιτική ηγεσία.
Το ερώτημα που θέτει εμμέσως αλλά καθαρά ο συνταγματολόγος αφορά τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Μπορεί να γίνεται ανεκτή μια τέτοια ρητορική από υπουργούς μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας χωρίς πολιτική αντίδραση από τον επικεφαλής της κυβέρνησης; Ο Κοντιάδης είναι σαφής. Αν δεν υπάρξει παρέμβαση, τότε η ευθύνη για το «άνοιγμα του ασκού του Αιόλου» βαραίνει εκείνον που τους επέλεξε και τους διατηρεί στη θέση τους.
Η συζήτηση που ανοίγει είναι βαθύτερη και ανησυχητική. Όταν απαξιώνονται διεθνείς οργανισμοί με ανεξάρτητα δικαστήρια, όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα παρουσιάζονται ως ιδεολογική πολυτέλεια και όχι ως θεμέλιο του πολιτισμένου κόσμου, τότε τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση η ίδια η ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας. Η καταληκτική ρητορική ερώτηση του Κοντιάδη δεν είναι υπερβολική. Είναι προειδοποιητική. Θα φτάσουμε να συζητάμε αν χρειαζόμαστε Σύνταγμα, δημοκρατία, εκλογές και ανθρώπινα δικαιώματα;
Σε μια περίοδο όπου η ακροδεξιά ρητορική επανέρχεται δυναμικά σε όλη την Ευρώπη, η σιωπή ή η ανοχή δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι πολιτική επιλογή. Και σε αυτή την επιλογή, η κοινωνία και ο δημοκρατικός κόσμος οφείλουν να απαντήσουν πριν το αυτονόητο πάψει να θεωρείται δεδομένο.
Αναλυτικά η ανάρτηση του Ξενοφώντα Κοντιάδη:
Ο φασισμός δείχνει τα δόντια του μέσα από το ίδιο το σώμα της Κυβέρνησης, χωρίς ο επικεφαλής της να αντιδρά. Όταν δύο υπουργοί της μέμφονται την υπόσταση διεθνών δικαιοδοτικών οργανων με πολιτικά κριτήρια και ταυτόχρονα θέτουν το δίλημμα Πατρίδα και Έθνος εναντίον Δημοκρατίας και Συντάγματος, τότε πλεόν η δημόσια σφαίρα μετατρέπεται σε πεδίο βολής με επίδικο της αντιπαράθεσης όσα θεωρούνταν τουλάχιστον τα τελευταία πενήντα χρόνια εντελώς αυτονόητα και αδιαπραγμάτευτα.
Πατρίδα και Σύνταγμα, Δημοκρατία και Έθνος είναι έννοιες αλληλένδετες και αδιαχώριστες. Από τη στιγμή που διαχωρίζονται με όρους πολεμικής, οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια στον φασισμό. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται ανεκτό από κανένα ενεργό πολίτη που υπερασπίζεται τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, όμως ακόμη περισσότερο δεν είναι νοητό να γίνεται ανεκτό από εκείνον που επέλεξε και διόρισε τους δύο αυτούς υπουργούς στην Κυβέρνηση μίας σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Διαφορετικά αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη για το άνοιγμα του ασκού του Αιόλου.
Μήπως σε λίγο θα φτάσουμε να συζητάμε σε αυτή τη χώρα για το αν χρειαζόμαστε Σύνταγμα, δημοκρατία, εκλογές, ανθρώπινα δικαιώματα και τη συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς με ανεξάρτητα δικαστήρια;

