ΠΟΛΙΤΙΚΗΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

«Πτώχευση και Μετάβαση: η ανάγκη για προστασία». Του Χρήστου Ασπιώτη

«Πτώχευση και Μετάβαση: η ανάγκη για προστασία».

*Γράφει ο Γραμματέας Συντονισμού των Εργαζομένων  του Κινήματος Αλλαγής, Χρήστος Ασπιώτης.

Η πανδημία επιταχύνει τις αλλαγές. Στο προσεχές διάστημα επιχειρήσεις θα κλείσουν, παραδοσιακές θέσεις εργασίας θα εξαφανιστούν και χιλιάδες (ή εκατομμύρια;) Έλληνες θα κληθούν να αναζητήσουν μια νέα θέση ή έναν νέο κλάδο στην παραγωγική δραστηριότητα ώστε να ξαναβρούν εισοδήματα.

Τι έχουμε μπροστά μας:
-ένα big bang στην αγορά εργασίας που έρχεται με όχημα την ψηφιοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη,
-ένα γενναίο χρηματοδοτικό πακέτο στήριξης του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης που μπορεί και πρέπει να μας οδηγήσει σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο ανάπτυξης και
-ένα κρίσιμο μέχρι τότε μεταβατικό χρονικό μεσοδιάστημα που θα περιέχει σημαντικό κόστος για εργαζόμενους, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κοινωνία.

Οι πολιτικές επιλογές έχουν αξία, γιατί θα καθορίσουν τους όρους αυτής της Μετάβασης, μαζί με τους νικητές και τους χαμένους της.

Η Κυβέρνηση επέλεξε όλο αυτό το διάστημα να μη στηρίξει ουσιαστικά τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες (τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας) παρά τις οδυνηρές συνέπειες που υφίστανται λόγω της πανδημίας. Και τώρα με τον καθ’ υπαγόρευση από τα funds νέο Πτωχευτικό Νόμο τούς αποτελειώνει, καθώς ανοίγει ο δρόμος για τη μαζική εκποίηση και ρευστοποίηση τέτοιων επιχειρήσεων με την παράλληλη ελεύθερη και χωρίς αποζημίωση απόλυση όλων των εργαζομένων τους.

Σε όλα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η πρώτη κατοικία προστατεύθηκε μόνο με τον ν. 3869/2010 του ΠΑΣΟΚ. Τώρα οι ιδιοκτήτες μετατρέπονται στην καλύτερη περίπτωση σε ενοικιαστές για 12 χρόνια και μετά χάνουν το σπίτι τους. Για να ξαναγίνει ιδιοκτήτης ο ιδιοκτήτης που έγινε ενοικιαστής θα πρέπει να πληρώσει στο ιδιωτικό fund ολόκληρη την εμπορική αξία του ακινήτου, χωρίς καν να αφαιρούνται τα ενοίκια ή οι δόσεις που έχει πληρώσει για το αρχικό δάνειο. Τα κόκκινα δάνεια, όμως, έχουν ήδη μεταβιβαστεί σε μεγάλο ποσοστό σε funds, που τα έχουν αγοράσει σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Για παράδειγμα, ένα δάνειο των 150.000 ευρώ έχει πουληθεί σε fund στα 50.000 έως 60.000 ευρώ. Όμως, το fund τώρα θα ζητάει από τον δανειολήπτη (ή τον εγγυητή) το σύνολο του ποσού για να ανακτήσει την ιδιοκτησία του σπιτιού, δηλαδή 150.000 ευρώ. Για τέτοια στόχευση κερδοσκοπίας μιλάμε.

Για να μπει βέβαια σε αυτή την «ευνοϊκή» ρύθμιση μια οικογένεια θα πρέπει να έχει μηνιαίο εισόδημα κάτω από 900 ευρώ. Δηλαδή ένα ζευγάρι που δεν εργάζεται λόγω πανδημίας και παίρνει έκαστος επίδομα 534 ευρώ τον μήνα δεν καλύπτει το εισοδηματικό όριο, δε δικαιούται τη ρύθμιση και χάνει αμέσως το σπίτι. Είναι φανερό πως ο νόμος δεν προστατεύει τους πιο αδύναμους, αυτούς που πραγματικά δεν μπορούν να πληρώσουν. Αντίθετα, αποτελεί «δεύτερη ευκαιρία» μόνο για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές που είχαν φροντίσει το προηγούμενο διάστημα να μεταβιβάσουν την περιουσία τους σε τρίτα πρόσωπα και τώρα έχουν τη μεγάλη ευκαιρία να απαλλαγούν από τα χρέη τους.

Ναι, χρειαζόταν μια διαδικασία μέσω της οποίας θα μπορούσαν να κηρύσσονται σε πτώχευση και τα φυσικά πρόσωπα και όχι μόνο οι επιχειρήσεις. Όμως, είναι ανεπίκαιρο οι ρυθμίσεις αυτές να έρχονται από την Κυβέρνηση σαν να αφορούν στους πολίτες μιας χώρας που έχει θετική οικονομική προοπτική. Η πανδημία και οι συνέπειές της έχουν αλλάξει, δυστυχώς, δραματικά τα οικονομικά δεδομένα και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη αν θέλει κανείς να έχει αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2020 έχασαν τη δουλειά τους 180.000 άνθρωποι, ο μέσος μισθός μειώθηκε κατά 10%, ενώ από όσους εργάζονται οι 3 στους 10 λαμβάνουν αποδοχές μικρότερες από τον (ορισμένο με νόμο του Κράτους!) κατώτατο μισθό. Το ΙΟΒΕ προβλέπει για το 2021 παρατεταμένη και μεγαλύτερη ύφεση.

Η πανδημία θα αυξήσει κι άλλο τα κόκκινα δάνεια. Η αντιμετώπιση του μεγάλου ιδιωτικού χρέους που όντως υπάρχει στις τράπεζες δεν μπορεί να γίνει σαν να πρόκειται το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας να αλλάξει με μαγικό ραβδί από τη μια μέρα στην άλλη. Ούτε σαν να πρόκειται εκατομμύρια εργαζόμενοι που θα κληθούν να αλλάξουν επαγγελματική δραστηριότητα να διατηρήσουν αμέριμνοι και χαρούμενοι τα εισοδήματά τους. Η μετάβαση θα έχει κόστος. Το «αόρατο χέρι της αγοράς» δε θα λύσει αυτόματα το πρόβλημα. Απαιτείται, επομένως, προστασία και παραγωγή πολιτικής: ενέσεις ρευστότητας στην αγορά, χαμηλότοκα δάνεια στις επιχειρήσεις, δεσμεύσεις για διατήρηση των θέσεων εργασίας, επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών για νέες θέσεις εργασίας.

Ειδάλλως, το κοινωνικό κόστος της μετάβασης θα είναι τεράστιο και στο τέλος πάλι το Κράτος δηλαδή όλοι εμείς θα κληθούμε να το αναλάβουμε