ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Στο δρόμο για το συνέδριο: Η διεύρυνση, η αυτόνομη πορεία και οι “φωνές” του ΠΑΣΟΚ
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος – Δημοσιογράφος μέλος ΕΣΗΕΜΘ
Περί διεύρυνσης και… αυτόνομης πορείας
Στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, η συζήτηση για τη στρατηγική φυσιογνωμία του κόμματος δεν αποτελεί μια ακόμη προσχηματική αντιπαράθεση, αλλά τον πυρήνα της πολιτικής του κατεύθυνσης.
Οι έννοιες της «διεύρυνσης» και της «αυτόνομης πορείας» χρησιμοποιούνται συχνά ως αυτονόητες, στην πράξη όμως αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο, αποκαλύπτοντας υπαρκτές τάσεις και αντιλήψεις για τον ρόλο της παράταξης στον προοδευτικό χώρο και στη διεκδίκηση της εξουσίας.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης οικοδόμησε την ηγετική του αφήγηση πάνω στην ανάγκη αυτόνομης πορείας του ΠΑΣΟΚ, ως απάντηση στην πολιτική συρρίκνωση και τη στρατηγική ασάφεια των προηγούμενων ετών. Η επιλογή αυτή στόχευε στην ανασυγκρότηση της κομματικής ταυτότητας και στην αποκατάσταση της πολιτικής αυτοπεποίθησης. Στη συνέχεια, ωστόσο, η ρητορική εμπλουτίστηκε με καλέσματα προς τις προοδευτικές δυνάμεις για συμπόρευση, χωρίς να εγκαταλείπεται τυπικά το αφήγημα της αυτονομίας. Παράλληλα, οι μεταγραφές βουλευτών από άλλους πολιτικούς χώρους παρουσιάστηκαν ως στοιχείο διεύρυνσης. Η επιλογή αυτή, όμως, ενισχύει την αίσθηση ότι η διεύρυνση επιχειρείται περισσότερο μέσω κοινοβουλευτικών κινήσεων και λιγότερο μέσα από πολιτική επεξεργασία και κοινωνική γείωση, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για στρατηγική βάθους ή για διαχείριση εντυπώσεων.
Σε σαφώς διαφορετικό τόνο τοποθετείται ο Χάρης Δούκας, προτάσσοντας μια αντίληψη διεύρυνσης με πολιτικούς και κοινωνικούς όρους. Η δική του προσέγγιση εστιάζει στην ανάγκη διαλόγου με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, τα κοινωνικά κινήματα και τους πολίτες, πριν από τις εκλογές, ώστε το ΠΑΣΟΚ να διαμορφώσει καθαρό πολιτικό στίγμα. Για τον ίδιο, το συνέδριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως απλή εσωκομματική διαδικασία, αλλά ως πολιτικός καταλύτης που θα εκτοξεύσει τη δυναμική της παράταξης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το αίτημα για ρητό ψήφισμα μη συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία, ως στοιχείο πολιτικής καθαρότητας και αξιακής συνέπειας.
Ο Παύλος Γερουλάνος, από την άλλη πλευρά, εμφανίζει μια πιο σύνθετη και μεταβαλλόμενη στάση. Από την κριτική περί πολιτικής ακινησίας, με το χαρακτηριστικό «δεν κουνιέται η βελόνα», πέρασε σε μια περίοδο ανοιχτής συζήτησης ακόμη και με πολιτικούς χώρους εκτός του παραδοσιακού φάσματος της Κεντροαριστεράς, όπως εκείνος του Γιάνη Βαρουφάκη. Παρά ταύτα, η πρόσφατη επαναφορά της έμφασης στην αυτόνομη πορεία του ΠΑΣΟΚ, με αυστηρά όρια στις συνεργασίες, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το αν η αυτονομία λειτουργεί ως όρος ενδυνάμωσης ή ως μηχανισμός αποστασιοποίησης από τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες.
Στον αντίποδα αυτών των προσεγγίσεων, η Άννα Διαμαντοπούλου αντιμετωπίζει τα αιτήματα για δεσμευτικά πολιτικά ψηφίσματα, όπως αυτό της μη συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία, ως πολιτικές «εμμονές». Η πρόσφατη αναφορά της σε ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ–ΝΔ για «εθνικούς λόγους» επαναφέρει μια λογική πραγματισμού, η οποία, ωστόσο, συγκρούεται με την ανάγκη διακριτού προοδευτικού στίγματος. Η στάση αυτή ενισχύει τους φόβους ότι το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να εμφανιστεί ως εφεδρικός πόλος του υπάρχοντος συστήματος εξουσίας, αντί ως φορέας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.
Παρά τις διαφοροποιήσεις, όλες οι πλευρές επικαλούνται τη διεύρυνση ως αναγκαία προϋπόθεση για την πολιτική ανασυγκρότηση.
Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται διεύρυνση, αλλά πώς αυτή νοείται και υλοποιείται.
Η προοδευτική αλλαγή δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα άθροισμα μεταγραφών ή σε αποφάσεις κορυφής που παρακάμπτουν τη βάση της παράταξης και αγνοούν τις κοινωνικές ανάγκες. Απαιτεί πολιτικό σχέδιο, προγραμματική σύγκλιση και ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας.
Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παγιώνει μια νεοφιλελεύθερη κανονικότητα και οι κοινωνικές ανισότητες οξύνονται, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια καθοριστική επιλογή. Να λειτουργήσει ως δύναμη ανασύνθεσης της Κεντροαριστεράς και καταλύτης προοδευτικών εξελίξεων ή να περιοριστεί σε έναν ρόλο διαχειρίσιμης, θεσμικής αντιπολίτευσης.
Η απάντηση θα κριθεί όχι από τις εσωκομματικές ισορροπίες, αλλά από το αν η παράταξη θα δώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στη διεύρυνση και πραγματικό νόημα στην προοδευτική προοπτική.
