“Στο ίδιο έργο θεατές”

Γράφει ο Γιάννης Ταρνάρης, Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ Μέλος του Δικτύου Νέας Γενιάς Κινήματος Αλλαγής

Όταν πριν από λίγο καιρό η Ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατώρου προχωρούσε σε δημόσιες καταγγελίες για βιασμό της από ανώτατο παράγοντα της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας, ουδείς μπορούσε να φανταστεί τη χιονοστιβάδα των καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση ή και κακοποίηση που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια, ειδικά στο χώρο του θεάτρου και της τηλεόρασης.

Αυτό όμως που μάλλον θα έπρεπε όλοι να περιμένουμε ήταν η αναπόφευκτη απ΄ ότι φαίνεται προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ να μετατρέψουν το κίνημα του ελληνικού #metoo σε ένα ακόμα πεδίο μικροκομματικής αντιπαράθεσης.

Η “ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΙΓΝΑΔΗ”

Δε χωρά καμιά αμφιβολία ότι μόνο υπό το βάρος και το πλήθος των καταγγελιών κατά του Λιγνάδη, η απομάκρυνσή του από τη θέση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου θα έπρεπε να έχει αποτελέσει γεγονός από τη πρώτη στιγμή. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες εναντίον του, το λόγο πια θα πρέπει να έχουν τα θύματα και η Δικαιοσύνη. Αυτονόητα πράγματα σε μια Δημοκρατία ίσως σκεφτείτε αρκετοί, αλλά πριν βιαστείτε να το εκστομίσετε ελαφρά τη καρδία, παρακαλώ να θυμηθείτε ότι ζούμε στην Ελλάδα, με ότι συνεπάγεται αυτό.

Από εκεί και ύστερα και καθότι ο Λιγνάδης διορίστηκε στη θέση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου το 2019 από τη νεοεκλεγείσα τότε κυβέρνηση της ΝΔ, η υπόθεση παίρνει αυτόματα και πολιτικές προεκτάσεις. Το λογικό θα ήταν να δούμε και την πολιτική προϊσταμένη του Λιγνάδη, την υπουργό Πολιτισμού κα Μενδώνη να παραιτείται και αυτή υπό το βάρος όλων αυτών των καταγγελιών, μόνο και μόνο διότι ως πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού φέρει στο ακέραιο τη πολιτική ευθύνη του διορισμού του Λιγνάδη.

Και εδώ είναι το σημείο όπου ξεκινά το θέατρο του παραλόγου. Η Μενδώνη αντί να παραιτηθεί, παλινωδεί  προσπαθώντας να αποκρούσει τις διάφορες φήμες για το αν γνώριζε ή όχι, για το αν ο Μητσοτάκης γνώριζε ή όχι και από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ πατώντας πάνω στην αγανάκτηση της κοινής γνώμης, διαλέγει μια αντιπολιτευτική τακτική που αντί να εστιάζει στα ουσιώδη ζητήματα, φτάνει μέσα από διάφορους «δημοσιογράφους» και περσόνες των social media να αναπαράγει θεωρίες συνωμοσίας που θα ζήλευαν ακόμα και οι QAnon στις ΗΠΑ. Φυσικά και η ΝΔ, εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία δεν παραλείπει να μας «υπενθυμίσει» τα γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος με τον πρέσβη της Βενεζουέλας και την εμπλοκή του ΣΥΡΙΖΑ στην όλη υπόθεση.

Με αποτέλεσμα;

Η τεράστια αυτή ευκαιρία που παρουσιάστηκε στην ελληνική κοινωνία ώστε τα θύματα να βρουν το θάρρος να σπάσουν επιτέλους τη σιωπή τους και οι θύτες να έρθουν αντιμέτωποι με τα ανομήματά τους, κινδυνεύει πια σοβαρά (αν δεν έχει συμβεί ήδη) να μετατραπεί σε ένα ατέρμονο γαϊτανάκι αλληλοκατηγοριών και ανούσιων συγκρούσεων που θα «ξεχαστεί» γρήγορα όταν ένα άλλο ζήτημα της επικαιρότητας προσφέρει νέο «πεδίο δόξης λαμπρό» για αναβίωση μιας ακόμα εμφυλιοπολεμικού τύπου αντιπαράθεσης. 

Θα ήταν λυπηρό αν δεν ήταν εξοργιστικό, το γεγονός πως τόσο ΝΔ όσο και ΣΥΡΙΖΑ που τόσο καλά βολεύονται τα τελευταία 10 χρόνια να παίζουν αυτό το παιχνίδι, δεν σεβάστηκαν τον πόνο, τα σωματικά και ψυχικά τραύματα που κουβαλούν για χρόνια αυτά τα θύματα και έσπευσαν να δρέψουν, για άλλη μια φορά, τα όποια μικροπολιτικά οφέλη μπορούσαν. Το γεγονός αυτό καθεαυτό, θα πρέπει να πείσει πια και τον πλέον δύσπιστο, πως όσο η ΝΔ έχει ανάγκη τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ, άλλο τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ανάγκη τον αυταρχισμό της ΝΔ διότι δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά ζήτημα πολιτικής τους επιβίωσης. Και ίσως αυτό να μας περνούσε αδιάφορο, αλλά όχι από τη στιγμή που αυτό το «παιχνίδι» συνιστά αλλεπάλληλες μαχαιριές στο σώμα της πολύπαθης ελληνικής κοινωνίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ