Συνέντευξη: Βαγγέλης Πετριτζίκης: “Σήμερα, η φωνή του σοσιαλισμού, είναι ανάγκη να ακουστεί περισσότερο από ποτέ!”

Συνέντευξη στην  Κυριακή Μπλόσκα και το “Τhe Socialist”, έδωσε το στέλεχος του Κινήματος Αλλαγής και της Νέας Γενιάς του κόμματος, Βαγγέλης Πετριτζίκης:

Αναλυτικά η συνέντευξη: 

  • Είναι γεγονός πως η  Ελλάδα διανύει τις πιο δύσκολες μέρες στην μέχρι τώρα αναμέτρησή της με την πανδημία. Καθώς ο ΠΟΥ ανήγγειλε πως  και στο δεύτερο κύμα κρουσμάτων δεν θα υπάρχει το ‘μαξιλάρι’ του εμβολίου, τι  είναι αυτό που αναμένετε από την Κυβέρνηση από δω και πέρα;

 

Β.Π.: Το 2ο κύμα της πανδημίας είναι μια ορατή πραγματικότητα για όλη την Ευρώπη σήμερα, όχι απλά μελλοντικό σενάριο. Η Ελλάδα είναι ένα τυπικό παράδειγμα χώρας που αποδεικνύει με το χειρότερο τρόπο, τις δύσκολες αυτές ημέρες, πως δεν έγιναν όλα όσα έπρεπε να συμβούν. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση δεν έλαβε κανένα από τα αναγκαία μέτρα, την αναγκαία στιγμή που όφειλε και είχε την ευκαιρία να το κάνει. Μιλώ για την περίφημη «περίοδο χάριτος» που μεσολάβησε από το πρώτο ως το δεύτερο, και αρκετά πιο βάναυσο κύμα. Στο βωμό της αρκετά βολικής ρητορικής περί ατομικής ευθύνης, θυσιάζεται και παραγκωνίζεται η συλλογική ευθύνη μιας ουσιαστικά οργανωμένης Πολιτείας. Αν η Κυβέρνηση επιθυμούσε να διαδραματίσει ουσιαστικό ρολό στον ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο κίνδυνο, όφειλε να έχει φροντίσει για μικρότερες τάξεις στα δημόσια σχολεία, αλλά παράλληλα και αύξηση του αριθμού των αιθουσών και εκπαιδευτικών, ακολουθώντας το εξέχον παράδειγμα της Ιταλίας.

Κανείς δε μερίμνησε και κανείς δε μέριμνα για τα λιγοστά λεωφορεία στις μεγάλες πόλεις. Κι όλα αυτά, θα είχαν νόημα αν είχαν προγραμματιστεί και οι διαδικασίες είχαν ήδη ξεκινήσει από το Μάιο. Το σοβαρότερο όμως ζήτημα; Στο οποίο η Κυβέρνηση στάθηκε και στέκεται κατώτερη των δύσκολων περιστάσεων είναι η ενίσχυση των υποστελεχωμένων ΜΕΘ, με νέο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, χωρίς να αποδυναμώνεται καθημερινά το ΕΣΥ.

Το Κίνημα Αλλαγής, έχει πολλές φορές τοποθετηθεί για τις γενναίες πρωτοβουλίες, που απαιτούνται, σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας. Μετά το φιάσκο της Τηλεκπαίδευσης, και την πλήρη αδιαφορία για τη Δημόσια Εκπαίδευση σε Σχολεία και Πανεπιστήμια η Δημόσια Υγεία και οι δομές της, συνεχίζουν να λειτουργούν υποχρηματοδοτούμενες, υποστελεχώμενες και με λιγοστές πλέον αντοχές. Η Κυβέρνηση έχει μια τελευταία ευκαιρία να ακολουθήσει αυτό το παράδειγμα, ώστε να μη θρηνήσουμε εκατόμβες νεκρών. 

  •   Σύμφωνα με την Κυβέρνηση η ατομική ευθύνη αποτελεί την ύψιστη πηγή προστασίας από τον κορωνοϊό, το οποίο και απέδειξε με την επιβολή αυστηρών προστίμων, ακόμη και στην μη σωστή χρήση μάσκας. Ωστόσο, ενώ χαρακτηρίζει ανεύθυνους όσους δεν τηρούν τα προβλεπόμενα μέτρα, δεν σχολιάζει  ούτε τις δηλώσεις θρησκευόμενων Επιδημιολόγων που αμφισβητούν την μετάδοση του ιού στην Εκκλησία, ούτε  παρόμοιες δηλώσεις από εκπροσώπους  της Εκκλησίας. Ποια η δική σας γνώμη στο θέμα;

 

Β.Π.: Φράσεις του τύπου «Κάναμε ο,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό» δια στόματος του Πρωθυπουργού, δυστυχώς δε συμβαδίζουν με τα νούμερα και τα στατιστικά στοιχεία ανάλυσης του επιδημιολογικού φορτίου σε όλη την επικράτεια, πολλω δε μάλλον σε περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη. Η διαχείριση της ευθύνης για όσα συμβαίνουν, κι όσα πρόκειται να συμβούν είναι πέρα και πάνω από όλα συλλογική, με κύριο σημείο αναφοράς τον κρατικό (κυβερνητικό) μηχανισμό.

Τη στιγμή που οι ΜΕΘ εξαντλούνται και η κυβερνητική ανικανότητα επίταξης των ιδιωτικών κλινικών υπερτερεί έναντι όλων των άλλων δεδομένων, η Κυβέρνηση αρκείται σε φιέστες και χειροκροτήματα στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό των δημοσίων νοσοκομείων, τις ανάγκες του οποίου η ίδια συνεχίζει να αγνοεί.

Και στην καρδιά αυτού του επικοινωνιακού  μηχανισμού της κυβέρνησης βρίσκεται το αφήγημα της «Ατομικής Ευθύνης», η οποία και στην κοινή γνώμη και στα ΜΜΕ έχει παντελώς αντικαταστήσει τις αρμοδιότητες, αλλά και τις σοβαρές ευθύνες του κρατικού μηχανισμού.

Τη στιγμή, λοιπόν, που η κρατική εξουσία αδιαφορεί για «ανεύθυνους» νέους και νέες, που εργάζονταν όλο το καλοκαίρι χωρίς προστασία, φοιτητές και φοιτήτριες, που αδυνατούν σήμερα να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, δε διστάζει, φαιδρά, να αναφερθεί σε αυτούς λέγοντας πως «εξαρτώνται από το μισθό τους».  Κι όλα αυτά, χωρίς καμία μέριμνα για περισσότερα Τεστ και μέτρα προστασίας στα ΜΜΜ.

Η Δημόσια Παιδεία και Υγεία εξασθενούν, η Ανεργία των νέων αυξάνεται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου, κι εμείς θεατές μπροστά στην κυβερνητική απραξία, την αδυναμία επίταξης ιδιωτικών κλινικών, το προσωπικό των οποίων η Κυβέρνηση δε φρόντισε να εκπαιδεύσει. Όσο για το ζήτημα της μετάδοσης του ιού στις Εκκλησιές, η Κυβέρνηση συνεχίζει να αδιαφορεί για τις προειδοποιήσεις των λοιμοξιολογων,  αδυνατώντας να αγγίξει περιστατικά, που λαμβάνουν χώρα σε εκκλησίες, με επισφαλείς ρητορικές και προτροπές από εκπροσώπους της εκκλησίας και χωρίς να τηρούνται τα μέτρα προστασίας. 

  • Θεωρείτε πως η επίταξη ιδιωτικών κλινικών, υπό την μορφή ενοικίασης -όπως αποφάσισε η Κυβέρνηση- θα αποτελέσει ένα αποτελεσματικό μέτρο ή σας βρίσκει αντίθετο;

 

Β.Π.: Κράτος, που απέτυχε να εφαρμόσει την καθολική, για έχοντες και μη, ψηφιακή εκπαίδευση, και αδιαφορεί σήμερα για το σημαντικότερο όπλο μας στην αντιμετώπιση της πανδημίας, τα υποστελεχωμένα και υποχρηματοδοτουμενα Δημόσια Νοσοκομεία. Ο κ. Μητσοτάκης είχε μια ευκαιρία, να αξιοποιήσει το διάστημα, που κέρδισε από το Μάιο. Δυστυχώς, απέτυχε.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις της Ελλάδας, αποποιούνται τη συλλογικά υπεύθυνη, και τολμηρή στάση που οφείλουν να επιδείξουν, στο βωμό υπερπροβολής της ατομικής ευθύνης και συγκάλυψης δικών τους ευθυνών.

Φράσεις όπως «το τι έγινε στο εθνικό σύστημα Υγείας είναι γνωστό» ή «η κυβέρνηση δίνει συγκεκριμένα στοιχεία», όπως ακούστηκαν στο πρόσφατο πρωθυπουργικό διάγγελμα συνιστούν προσβολή της νοημοσύνης κάθε πολίτη, που αγωνιά για την κατάσταση που σήμερα επικρατεί σε ολόκληρη τη χώρα. Αποτελούν θρασύδειλη κοροϊδία αυτά τα λόγια, τη στιγμή που κλινικαρχες επιβεβαιώνουν πως φοβούνται να διαχειριστούν περιστατικά COVID-19 , καθώς είχαν λάβει διαβεβαιώσεις πως δε θα χρειαστεί να παραχωρήσουν τις κλίνες τους, γι’ αυτό και δεν εκπαιδεύτηκαν από το μηχανισμό σε ζητήματα αντιμετώπισης του Covid-19. Δυστυχώς, η αδυναμία επίταξης των ιδιωτικών κλινικών, τη στιγμή που η χώρα συνθλίβεται και το ΕΣΥ εξασθενεί, επιβεβαιώνει με τον χειρότερο αλλά και πιο πασιφανή τρόπο την εγκληματική κυβερνητική ανευθυνότητα, και συνεπακόλουθα τη νόμιμη οργή της Πολιτείας.

  • Ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης για την τηλεκπαίδευση στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση χαρακτηρίστηκε αποτυχημένος, με τεράστια τεχνικά προβλήματα και χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες σε δημόσια σχολεία να βρίσκονται σε αδιέξοδο. Παρ’ όλα αυτά  το υπουργείο Παιδείας κάνει λόγο για «ψηφιακό άλμα».  Ποιο το δικό σας σχόλιο στο ζήτημα;

 

Β.Π.: Η αιφνιδιαστική και καταλυτική έλευση της πρωτόγνωρης πανδημίας στη χώρα μας είχε αναρίθμητα αρνητικά. Μαζί όμως, προσφέρεται για κάποια διδάγματα και συμπεράσματα, τα οποία θα μπορούσαν να καταγραφούν ως πρωτόγνωρα δεδομένα. Ένα από αυτά ήταν και το πείραμα της ψηφιακής εκπαίδευσης, κι ας είχε τεθεί στο τραπέζι της ελληνικής πολιτικής σκηνής από το 2009 και το Γιώργο Παπανδρέου. Δυστυχώς όμως, δε μπορούμε να αγνοήσουμε πως το εγχείρημα αυτό ανέδειξε ακόμα περισσότερο τη σκληρή πραγματικότητα των ανισοτήτων. Ανισότητες ανάμεσα στη Δημόσια και την Ιδιωτική Εκπαίδευση. Επιβεβαιώθηκαν, με τον πιο δραματικό τρόπο, οι εγγενείς παθογένειες ενός συστήματος που χαρακτηρίζεται από έλλειμμα δημοκρατίας και εντεινόμενες ανισότητες. Η εκπαίδευση είναι ένα ζήτημα βαθιά και ουσιαστικά Πολιτικό. Κάθε ευρωπαϊκή χώρα, που σέβεται τον εαυτό της, αλλά και το σύνολο των πολιτών της, φροντίζει η Εκπαίδευση να αποτελεί ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων.

Η εξ’ αποστάσεως και εκ περιτροπής λειτουργία των σχολείων στην Ελλάδας απέτυχε στο 1ο κύμα, και αποτυγχάνει ακόμη περισσότερο στο υφιστάμενο 2ο κύμα. Όχι σαν ιδέα, αλλά εκ των πραγμάτων.

Η Κυβέρνηση είχε μια μοναδική ευκαιρία, το καλοκαίρι που διανύσαμε, να καταθέσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο λειτουργίας και εφαρμογής της ψηφιακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αξιοποιώντας συλλογικά την υπάρχουσα εμπειρία του πρώτου lockdown, με τις πολλαπλές αποτυχίες του. Τα λόγια του Πρωθυπουργού και της Υπουργού Παιδείας συνιστούν εκμαυλισμό όλου του φάσματος των καθημερινών αναγκών αυτών των παιδιών, που βιώνουν μια κατάσταση πρωτόγνωρη, λόγω ανυπόληπτων χειρισμών.

  • Η βίαιη συμπεριφορά της αστυνομίας σε άοπλους διαδηλωτές την ημέρα του Πολυτεχνείου, προκάλεσε αντιδράσεις τόσο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης όσο και από τους πολίτες, με τους τελευταίους να  μιλούν για ‘αστυνομοκρατία’. Ως μέλος της νέας γενιάς του Κινήματος Αλλαγής, σας βρίσκει σύμφωνο η στάση του Κινήματος Αλλαγής στο θέμα;

 

Β.Π.: Το μήνυμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Κυρίως, γιατί μας δίνει λόγους να σκεφτούμε και να αναπροσαρμόσουμε εκείνα τα αιτήματα σε όρους σημερινούς. Σήμερα, η πολιτική ηγεσία, επικαλούμενη, το ζήτημα της αναγκαίας προστασίας της δημόσιας υγείας, κατάφερε με τρόπο αυταρχικό να αλλάξει θεσμούς της Πολιτείας, προβαίνοντας σε μια ανεπίτρεπτη προληπτική απαγόρευση των φετινών διαδικασιών απόδοσης τιμής στους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Ήταν δεδομένο, πως σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες και ημέρες που διανύουμε, με τους νεκρούς να ανεβαίνουν ραγδαία μέρα με την ημέρα, η μη συμμετοχή μας στην καθιερωμένη πορεία δεν θα μας είχε επιβληθεί με αυτόν τον τρόπο, αλλά θα αποτελούσε μια δική μας, ομόθυμη, και καθ’ όλα συνειδητή στάση. Κανείς δεν συρρικνώνει τη σπουδαιότητα της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και με όρους αναγκαίας αυτοπροστασίας. Άλλωστε, η ιδεολογία δε συμβαδίζει με μια αντισυνταγματική λογική, ούτε όμως με μια λογική που δε βάζει πρώτα και πάνω από όλα τον άνθρωπο και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Αν η κυβέρνηση ενδιαφερόταν για τη διαφύλαξη της Δημόσιας Υγείας και της κοινωνικής συνοχής, όφειλε να αποδώσει τιμές με άλλους, εναλλακτικούς τρόπους. Η στάση της αυτή, παράλληλα με την αστυνομική ασυδοσία, προβάλλει τις ευθύνες που τη βαρύνουν, στο πλαίσιο της κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας και την εργαλειοποίησης της ως μέσο για την ανάπτυξη πολιτικού παιχνιδιού που ενδυναμώνει τελικά την ίδια ως αξια διαχειρίστρια της κατάστασης. Η φετινή 17 Νοέμβρη δεν ήταν ίδια.

Αποτέλεσε, όμως, μια σπουδαία αφορμή να αναλογιστούμε τις παθογένειες του υφιστάμενου συστήματος. Το Κίνημα Αλλαγής έδωσε μια βαθιά δημοκρατική απάντηση στον κλιμακούμενο κυβερνητικό αυταρχισμό και την πόλωση, σεβόμενο το υπέρτατο αγαθό της δημόσιας υγείας αλλά και τη μνήμη όσων πάλεψαν εκείνο το Νοέμβρη του 1973.

  • Ποια η άποψή σας για τον εσωκομματικό πυρήνα της νεολαίας και τις κινήσεις των μελών για την ενδυνάμωσή της;

 

Β.Π.: Η ιδεολογική μας αφετηρία είναι η διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη, ενός εκ των σημαντικότερων ελληνικών πολιτικών κειμένων. Αυτή άλλωστε διαμόρφωσε και τη φυσιογνωμία του Κινήματος, με όρους πολιτικής πρωτοτυπίας, που χαρακτηρίζουν την ταυτότητα και τους στόχους του.

Το ΠΑΣΟΚ έθεσε στη νεολαία πολιτικά προτάγματα που εξακολουθούν σήμερα να αποτελούν την προμετωπίδα των δικών μας διεκδικήσεων, όσους από εμάς συγκαταλέγουν τον εαυτό τους στους προοδευτικούς. Σήμερα μια φωνή, παλεύει να ακουστεί στην κοινωνία, μιλώντας ξανά, με νέους όρους και σε νέες βάσεις για το όραμα του σοσιαλισμού στην πιο απλή γλώσσα, και θέτοντας στο επίκεντρο τον άνθρωπο.

Σήμερα λοιπόν, που οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές καλπάζουν, η Δημόσια Υγεία και Παιδεία συνθλίβονται, η Τηλεργασία έχει γίνει κομμάτι της ζωής μας, και αστυνομική ασυδοσία, αλλά και η Ανεργία των Νέων αποτελούν επιτελικές κανονικότητες, η Νέα Γενιά του Κινήματος Αλλαγής στοχεύει σε κοινωνικές ομάδες της βάσης, ενεργοποιώντας και πολιτικοποιώντας την ανησυχία και την προσδοκία τους για αλλαγή.

Άλλωστε, η κατανόηση του παρελθόντος αποτελεί προϋπόθεση για τη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων του σήμερα. Φυσικά μέσα σε ένα κλίμα σφοδρής εσωστρέφειας, έντονης αμφιβολίας και εσωκομματικών διενέξεων ένα τέτοιο εγχείρημα δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Κανείς άλλωστε από όσους ανθρώπους της γενιάς μας επιθυμούν σήμερα να βρουν τον προσανατολισμό τους μέσα από μια αναδρομή στις συνθήκες της ίδρυσης και να απαντήσουν στα ζητήματα ταυτοτικού προσανατολισμού τους, μέσα σε σημερινές συνθήκες δε νοιάζεται για εσωκομματικές διαφωνίες στο τέλος της ημέρας. Ειδικά για τη νέα γενιά του Κινήματος Αλλαγής, η ανασκόπηση των πολιτικών της χαρακτηριστικών συνδέεται με κάτι πιο βαθύ, με την ανάγκη αποστροφής των κακών σημαινόντων του παρελθόντος, των λανθασμένων πρακτικών, και απάντησης σε κρίσιμα ερωτήματα όπως το που θέλει να πάει, ποιους επιδιώκει να εκπροσωπήσει, που στοχεύεις, τι είναι εκείνο που σήμερα αμφισβητεί και με ποιους χρειάζεται να συγκρουστεί. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ