ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Τέμπη 3 χρόνια μετά: Η κοινωνία ζητά “οξυγόνο” Δικαιοσύνης – 57 ψυχές ζητούν δικαίωση
Του Γαβρή Άγγελου
Στις 28 Φεβρουαρίου 2023, δύο αμαξοστοιχίες συγκρούστηκαν στη χαράδρα των Τεμπών και 57 άνθρωποι είδαν τη ζωή τους να τελειώνει με τον πιο βίαιο τρόπο. Τρία χρόνια μετά, η κοινωνία”βράζει” πίσω από ένα πέπλο ερωτημάτων και αλαζονείας της εξουσίας, όπου το πένθος των οικογενειών συναντά την αίσθηση εγκατάλειψης από εκείνους που είχαν την πολιτική ευθύνη να προστατεύσουν ζωές και να εκσυγχρονίσουν κρίσιμες υποδομές.
Η υπόθεση της «Σύμβασης 717», ένα έργο που θα μπορούσε να αποτρέψει αυτή τη συμφορά, αποτελεί σήμερα το κέντρο μιας εκτεταμένης δικαστικής και πολιτικής έρευνας — και την αιχμή των ευθυνών που βαραίνουν τον πρώην υπουργό Υποδομών, Κώστα Αχιλλέα Καραμανλη.
Η «Σύμβαση 717», που υπεγράφη το 2014 με την Ευρωπαϊκή Ένωση και συγχρηματοδοτήθηκε από τα κοινοτικά ταμεία με στόχο την πλήρη αναβάθμιση του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης στον κεντρικό άξονα Αθήνας – Θεσσαλονίκης – Προμαχώνα, θεωρείται καθοριστική για την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου. Το έργο όφειλε να έχει ολοκληρωθεί έως το 2016, αλλά μετά από επτά χρόνια και πολλαπλές παρατάσεις, δεν υλοποιήθηκε στο σύνολό του — πλήρης αποτυχία που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, συνδέεται άμεσα με το τραγικό δυστύχημα.
Για τον Κώστα Αχιλλέα Καραμανλή, η υπόθεση αυτή μετατράπηκε σε πολιτικό και νομικό πεδίο αντιπαράθεσης. Ο πρώην υπουργός, που έφερε την πολιτική ευθύνη για το χαμηλό επίπεδο ασφαλείας του σιδηροδρόμου, βρέθηκε ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής να επιχειρηματολογεί πως «παραλάβαμε τη σύμβαση 717 στο 18 % και τη φτάσαμε στο 70 %» [σ.σ. πρόκειται για αναφορά στην πρόοδο υλοποίησης και όχι στην πιστοποίηση ή πλήρη λειτουργία του έργου], επιμένοντας ότι μέρος των συστημάτων λειτουργούσε πριν από το δυστύχημα — ενώ παραδέχθηκε έμμεσα πολιτική ευθύνη παραιτούμενος από την υπουργική του θέση
Στο επίκεντρο βρίσκεται η κατηγορία ότι η σύμβαση ποτέ δεν ολοκληρώθηκε πλήρως, παρά τις επανειλημμένες παρατάσεις και τη σημαντική χρηματοδότηση. Η ποινική έρευνα που διεξάγεται από το Γραφείο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων έχει οδηγήσει στη δίωξη 23 προσώπων για απάτη, απιστία και ψευδή βεβαίωση σχετικά με την υλοποίηση της Σύμβασης 717 — 18 εκ των οποίων είναι δημόσιοι υπάλληλοι της ΕΡΓΟΣΕ και της Διαχειριστικής Αρχής, κατηγορούμενοι ότι ενέκριναν κονδύλια και επεκτάσεις χωρίς να διασφαλίσουν τη νόμιμη και πλήρη εκτέλεση του έργου. Η δικογραφία κάνει λόγο για ζημία άνω των 15 εκατομμυρίων ευρώ στα οικονομικά συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου και της Ε.Ε. εξαιτίας της μη υλοποίησης του έργου.
Για τους συγγενείς των θυμάτων, η πολιτική ευθύνη του τότε υπουργού Υποδομών αποτελεί κεντρικό ζήτημα. Οι μηνύσεις που έχουν κατατεθεί εναντίον του Καραμανλή και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών περιγράφουν μια σειρά παραλείψεων και επιλογών που, όπως υποστηρίζουν, αποτελούν «αιτιώδη σχέση» με την τραγική απουσία επαρκούς συστήματος σηματοδότησης στον άξονα όπου συνέβη η σύγκρουση. Σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν κυκλοφορήσει στον δημόσιο διάλογο, το υπουργείο μπορούσε να επιβάλει τις προβλεπόμενες ποινικές ρήτρες στην ανάδοχο κοινοπραξία ή να κηρύξει την ανάδοχο έκπτωτη, αποφάσεις που δεν ελήφθησαν και, κατά τους συγγενείς, επέτρεψαν την παραμονή ενός ημικατεσκευασμένου συστήματος ασφάλειας σε λειτουργία.
Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης αποτυπώνεται επίσης στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει στο κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση υπερασπίζεται τα πεπραγμένα της, υποστηρίζοντας ότι η πρόοδος των έργων υπήρξε και ότι οι προσπάθειες για αναβάθμιση του σιδηροδρομικού δικτύου συνεχίζονται με νέα σχέδια και χρηματοδοτήσεις. Αντίθετα, η αντιπολίτευση και οι εκπρόσωποι των οικογενειών των θυμάτων επιμένουν πως η κατάρρευση της σύμβασης 717 και η αποτυχία να ολοκληρωθούν οι κρίσιμες υποδομές αποτελούν σαφή ένδειξη πολιτικών και διοικητικών αστοχιών που δεν έχουν λογοδοτήσει επαρκώς.
Το πολιτικό αποτύπωμα αυτών των επιλογών δεν περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Στην ελληνική κοινωνία, η υπόθεση της σύμβασης 717 έχει μετατραπεί σε σύμβολο ενός ευρύτερου προβλήματος διαχείρισης δημοσίων έργων και ευθυνών. Το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη έχει γεννήσει μια συλλογική αίσθηση ότι όπου δεν υπάρχει αυστηρή εφαρμογή κανόνων, επαρκής έλεγχος και πολιτική βούληση, το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες του.
Οι οικογένειες των θυμάτων, τρία χρόνια μετά, συνεχίζουν να αναζητούν διευκρινίσεις και ευθύνες. Ο πόνος τους δεν έχει μετατραπεί σε κενή ρητορική. Ζητούν απαντήσεις που να μην μπορούν να αμφισβητηθούν, αποδείξεις που να καθαρίζουν τη διαδρομή από την αμφιβολία και τη σιωπή. Κάθε καθυστέρηση στην εκτέλεση κρίσιμων υποδομών ασφαλείας, κάθε παράταση χωρίς αποτέλεσμα, κάθε απόπειρα να μεταφερθεί η ευθύνη σε ανώτερους ή κατώτερους είναι μια περαιτέρω πληγή στην εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να συνηθίσει την απώλεια.
Η τραγωδία των Τεμπών, με τις πολιτικές και νομικές της συνέπειες, δεν αποτελεί μόνο μια υπόθεση προς ανάκριση. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ασφάλεια, η διαφάνεια και η λογοδοσία δεν είναι διαπραγματεύσιμα αγαθά. Είναι υποχρεώσεις που βαραίνουν εκείνους που κυβερνούν και εκείνους που επιλέγουν να αφήσουν ανεξέλεγκτες τις ζωές των πολιτών τους. Τρία χρόνια μετά, η Ελλάδα παραμένει αντιμέτωπη με την ερώτηση που ποτέ δεν έπρεπε να χρειαστεί να τεθεί: πώς επιτρέψαμε αυτή την αποτυχία και ποιος θα πληρώσει το τίμημα της απώλειας;
