ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Τι εννοεί η Διαμαντοπούλου με το “να μη γίνουμε Καρυστιανού”;
Η αναίτια αναφορά της στην Πρόεδρο του συλλόγου συγγενών θυμάτων τών Τεμπών
Η δημόσια παρέμβαση της Άννας Διαμαντοπούλου στο Κιλκίς, όπου κάλεσε το ΠΑΣΟΚ να «μη γίνουμε Καρυστιανού και Κωνσταντοπούλου», άνοιξε νέο κύκλο αντιπαράθεσης γύρω από τα όρια της πολιτικής αναφοράς σε πολίτες που έχουν υποστεί τραγωδία. Η επιλογή της να φέρει ως παράδειγμα τη Μαρία Καρυστιανού — γνωστή για τον ρόλο της ως πρόεδρου του συλλόγου συγγενών των θυμάτων των Τεμπών — δεν ήταν ουδέτερη. Αντιθέτως, θέτει ευθέως το ερώτημα για το αν και πότε η φωνή των πληγέντων μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο ή, εξίσου επικίνδυνα, σε σκεπτικό απόρριψης της κοινωνικής οργής.
Στην τοποθέτησή της η κ. Διαμαντοπούλου επέλεξε να συσχετίσει τις μαζικές αντιδράσεις και κινητοποιήσεις με φαινόμενα λαϊκισμού, παραπέμποντας σε πολιτικές μορφές και πρόσωπα που — κατά την κριτική της — ευτέλισαν θεσμούς και διαδικασίες. Η ρητορική αυτή, ωστόσο, παραλείπει μια θεμελιώδη διάκριση: ανάμεσα στην αυθόρμητη οργή πολιτών που ζητούν αλήθεια και λογοδοσία, και σε κομματικές ή επικοινωνιακές εκμεταλλεύσεις αυτής της οργής. Η σιωπή ή η απαξίωση της πρώτης, στο όνομα της «πολιτικής ηρεμίας», έχει κόστος — κυρίως για τις οικογένειες που αναζητούν απαντήσεις.
Η χρήση ονομάτων πολιτών που βρίσκονται σε θέση δημόσιας εκπροσώπησης πόνου, ως παραδείγματα προς αποφυγή, έχει δύο άμεσες συνέπειες: πρώτον, υποσκάπτει την νομιμοποίησή τους ως φορέων αιτημάτων δικαιοσύνης· δεύτερον, διευκολύνει την πολιτική πόλωση, καθώς μετατρέπει συμπολίτες σε όρους στρατηγικής. Η Μαρία Καρυστιανού — όπως αρκετοί άλλοι εκπρόσωποι συγγενών θυμάτων σε παρόμοιες περιπτώσεις — εμφανίζεται να διεκδικεί διαφάνεια και πλήρη διερεύνηση. Το να την εμφανίζεις ως «παράδειγμα λαϊκισμού» είναι επιλογή πολιτικής ερμηνείας, όχι αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Από τη σκοπιά της πολιτικής ευθύνης, αξίζει επίσης να επισημανθεί πως υπάρχουν θεσμικοί και αυτοδιοικητικοί παράγοντες που έχουν προσδιορίσει διαφορετική στάση απέναντι στα αιτήματα των θυμάτων. Η στήριξη σε αιτήματα διαφάνειας και αξιοπρέπειας δεν είναι απαραίτητα «λαϊκισμός»· μπορεί να είναι και θεσμική επιλογή που ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Η μετατόπιση της συζήτησης στο ανώδυνο πεδίο της «πολιτικής ηρεμίας» χωρίς να απαντηθούν τα λειτουργικά και ηθικά ερωτήματα που τέθηκαν μετά τα Τέμπη, αφήνει κενά πολιτικών απαντήσεων.
Η δημόσια σφαίρα χρειάζεται δύο πράγματα ταυτόχρονα: να προστατεύει τον θεσμικό διάλογο και να μην περιθωριοποιεί τις φωνές που ζητούν δικαιοσύνη. Η αναφορά της κ. Διαμαντοπούλου δείχνει μια προτίμηση —ρητορική του φόβου απέναντι στην κοινωνική διεκδίκηση— που, στην πράξη, λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συνοχή και την αξιοπιστία της πολιτικής. Όσο η πολιτική επιλέγει να αγνοεί ή να υποβαθμίζει τις αιτιάσεις των θυμάτων, τόσο οι κοινωνικές απαιτήσεις για διαφάνεια και λογοδοσία θα επανέρχονται με μεγαλύτερη ένταση.
Στο πολιτικό πεδίο, επομένως, η συζήτηση δεν πρέπει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα. Πρέπει να απαντά σε δύο απλά ερωτήματα: πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι θεσμοί ανταποκρίνονται στην ανάγκη για έλεγχο και διαφάνεια, και πώς θα διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών χωρίς να εκτοπίζουμε τις φωνές των θυμάτων στην περιφέρεια της δημόσιας ζωής.
