ΓΝΩΜΕΣ
Το “μανιφέστο” Τσίπρα και περί κυβερνώσας Αριστεράς..
Κείμενο-Σχόλιο: Γαβρής Άγγελος
Να τονίσουμε εξ αρχής, πως όταν μιλάμε για κυβερνώσα Αριστερά, είναι καλό νέο και στη σωστή κατεύθυνση, σε μια εποχή μάλιστα που οι προοδευτικές δυνάμεις απαιτούν με συγκλισεις την προοδευτική αλλαγή όπως είδαμε και στο PES Mobility Conference στη Βαρκελώνη. Εκεί που Προοδευτικοί ηγέτες και προσωπικότητες από κάθε χώρα τόνισαν την ανάγκη της προοδευτικης αλλαγής..
Το μανιφέστο του Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας για την «Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής» δημοσιεύθηκε χθες. Είναι μια συνειδητή θεωρητική προσέγγισης ανασύνταξης ενός χώρου που αναζητά εκ νέου πολιτική αξιοπιστία και προγραμματική συνοχή. Δημοσιευμένο με σαφή συμβολισμό την Πρωτομαγιά, επιχειρεί να επαναφέρει στο τραπέζι το ερώτημα της εξουσίας, όχι ως διαμαρτυρία αλλά ως διακυβέρνηση.
Στον πυρήνα του κειμένου βρίσκεται η έννοια της σύγκλισης. Το μανιφέστο μιλά ξεκάθαρα για «συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας», επιχειρώντας να συγκροτήσει έναν νέο πολιτικό φορέα που θα ξεπερνά τα στεγανά των επιμέρους ιδεολογικών ρευμάτων. Αυτό δεν είναι μια ουδέτερη διατύπωση. Είναι παραδοχή ότι ο κατακερματισμός του προοδευτικού χώρου έχει οδηγήσει σε στρατηγικό αδιέξοδο.
Το ίδιο το κείμενο δεν αποφεύγει τις υψηλές φιλοδοξίες. Κάνει λόγο για ανάγκη «επαναστατικής αλλαγής» και όχι απλής διαχείρισης, επιδιώκοντας να αποκαταστήσει μια χαμένη σχέση της Αριστεράς με την κοινωνική δυναμική. Ωστόσο, εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η πρώτη κρίσιμη ένταση. Η «επαναστατική αλλαγή» περιγράφεται ταυτόχρονα με όρους θεσμικής συνέχειας και κυβερνητικής ευθύνης. Το δίπολο «μεταρρύθμιση και ρήξη» δεν είναι απλώς ένα λογοπαίγνιο. Είναι μια δύσκολη εξίσωση που η ελληνική πολιτική ιστορία έχει λύσει ελάχιστες φορές.
Το μανιφέστο επιχειρεί να θεμελιώσει αυτή τη σύνθεση σε αξιακή βάση. Ενδεικτική είναι η αναφορά ότι «κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο», μια επιλογή που επαναφέρει το ζήτημα των ανισοτήτων στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας. Δεν πρόκειται για ρητορική επιστροφή σε παλαιά σχήματα. Είναι μια σαφής προσπάθεια να συνδεθεί η οικονομική ανισότητα με τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών.
Παράλληλα, το κείμενο υπογραμμίζει ότι η διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς «είναι πιο επίκαιρη παρά ποτέ», απορρίπτοντας τις αφηγήσεις περί μετα-ιδεολογικής πολιτικής. Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πολιτική ως τεχνοκρατική διαχείριση, η συγκεκριμένη θέση λειτουργεί ως ευθεία πολιτική αντιπαράθεση.
Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στις διακηρύξεις αλλά στην αξιοπιστία εφαρμογής. Το ίδιο το μανιφέστο αναγνωρίζει, έμμεσα, το πρόβλημα όταν θέτει ως στόχο μια Αριστερά που δεν θα «διαχειρίζεται» αλλά θα μετασχηματίζει.Η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στις τελικές πολιτικές επιλογές της περιόδου εκείνης αποτελεί το βασικό επιχείρημα όσων αμφισβητούν τη σημερινή επανατοποθέτηση. Φυσικά, χώρος για ευδόκιμη κριτική στην προοδευτική θεώρηση πάντα υπάρχει και προφανώς δεν μιλάμε για “χαρακώματα” απλώς για επισημάνσεις που πρέπει να γίνουν.
Εδώ προκύπτει το κρίσιμο σημείο. Το μανιφέστο επιχειρεί να μετατρέψει τη μεταρρύθμιση σε εργαλείο ρήξης. Αυτό, όμως, προϋποθέτει συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα, θεσμική αντοχή και πολιτική βούληση που δεν θα αναδιπλώνεται στην πρώτη πίεση. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες στιγμές υπήρξαν, αλλά ήταν συγκεκριμένες και όχι διαρκείς.
Οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και αργότερα του Γιώργου Παπανδρέου κατόρθωσαν, σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια, να μετατρέψουν θεσμικές παρεμβάσεις σε αλλαγές με βάθος. Αυτό δεν έγινε με γενικές αρχές αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές συγκρούσεις και κόστος.
Το μανιφέστο του Ινστιτούτου δείχνει να το γνωρίζει αυτό. Επιχειρεί να δώσει ιδεολογικό βάθος, να επαναφέρει την έννοια της στρατηγικής και να απομακρυνθεί από τον διαχειριστισμό. Εκεί όμως που μένει ανοιχτό το ερώτημα είναι στο «πώς». Δεν καταγράφονται με σαφήνεια τα εργαλεία, οι προτεραιότητες, οι χρονικοί ορίζοντες.
Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η κυβέρνηση λειτουργεί με όρους εξυπηρέτησης συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων και περιορισμένης θεσμικής λογοδοσίας, η ανάγκη για μια πειστική εναλλακτική είναι υπαρκτή. Το μανιφέστο επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό. Το αν θα το καταφέρει δεν θα κριθεί από τη θεωρητική του συγκρότηση αλλά από την ικανότητά του να παραγάγει πολιτική πράξη που να επιβεβαιώνει τη βασική του υπόσχεση.
Ότι μια μεταρρύθμιση μπορεί να είναι ανατρεπτική. Και αυτή τη φορά, να αποδειχθεί.
