ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Το “ράλλυ” των δημοτικών τελών στην Ελλάδα και η Αθήνα που αντιστέκεται
Το κόστος ζωής πιέζει ασφυκτικά τα μεσαία και χαμηλά στρώματα και η Τοπική Αυτοδιοίκηση συχνά μετατρέπεται σε μηχανισμό μετακύλισης βαρών, τα στοιχεία για τα δημοτικά τέλη στους μεγάλους δήμους της χώρας έχουν ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Και τα δεδομένα του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών: ο Δήμος Αθηναίων βρίσκεται στη δεύτερη χαμηλότερη θέση πανελλαδικά, με 1,40 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, πίσω μόνο από την Πάτρα που χρεώνει 1,00 ευρώ.Το εύρημα αποκτά βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς το συγκριτικό περιβάλλον. Η Λάρισα καταγράφει 2,47 ευρώ ανά τ.μ., ο Βόλος 2,25 ευρώ και τα Ιωάννινα 2,10 ευρώ. Πάνω από τα δύο ευρώ κινείται και το Περιστέρι, ενώ τα Χανιά αγγίζουν τα 1,97 ευρώ.
Στη μεσαία ζώνη συναντά κανείς τη Θεσσαλονίκη με 1,91 ευρώ, τη Ρόδος και τη Χαλκίδα με 1,90 ευρώ, τον Πειραιάς στα 1,78 ευρώ, τον Παύλος Μελάς στα 1,70 και τις Αχαρνές στα 1,69 ευρώ. Χαμηλότερα από την Αθήνα βρίσκονται μόνο το Ηράκλειο Κρήτης με 1,50 ευρώ, το Κορδελιό-Εύοσμος με 1,42 και η Νίκαια-Αγ. Ι. Ρέντης που ισοβαθμεί στα 1,40 ευρώ.Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία ούτε λογιστικό ατύχημα. Η πρωτεύουσα διαχειρίζεται καθημερινά τεράστιους όγκους απορριμμάτων, μια πυκνότατη εμπορική δραστηριότητα, αυξημένες ανάγκες ηλεκτροφωτισμού και τουριστική πίεση που το 2025 άγγιξε τα 10 εκατομμύρια επισκέπτες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εύκολη λύση θα ήταν η αύξηση των τελών. Δεν επελέγη αυτό.
Η διοίκηση του Χάρης Δούκας ακολούθησε διαφορετική στρατηγική. Το 2024 προχώρησε σε μείωση 5% και στη συνέχεια διατήρησε σταθερές τις χρεώσεις για το 2025 και το 2026, απορροφώντας μέρος του αυξημένου λειτουργικού κόστους. Σε μια περίοδο όπου η κεντρική πολιτική σκηνή συχνά επικαλείται δημοσιονομικούς περιορισμούς για να δικαιολογήσει επιβαρύνσεις, η επιλογή αυτή αποκτά χαρακτήρα πολιτικής δήλωσης: η εξυγίανση δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την επιβάρυνση των πολιτών.Παράλληλα, η κοινωνική στόχευση είναι σαφής. Για το 2026 διατηρούνται σταθερά τα τέλη για όλες τις κατοικίες, θεσπίζεται μηδενική χρέωση για οικογένειες με εισόδημα έως 30.000 ευρώ που αποκτούν παιδί, ενώ 240 ενεργειακά ευάλωτα νοικοκυριά απαλλάσσονται πλήρως.
Συνεχίζονται οι απαλλαγές για μονογονεϊκές οικογένειες, πολύτεκνους, τρίτεκνους και άτομα με αναπηρία. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές παροχές, αλλά για δομημένη πολιτική με σαφή αναδιανεμητικό προσανατολισμό.Τα συγκριτικά στοιχεία αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται: ακόμη και ένας μητροπολιτικός δήμος με τεράστιες λειτουργικές απαιτήσεις μπορεί, με στοχευμένη οικονομική διαχείριση και πολιτική βούληση, να συγκρατεί το κόστος για τα νοικοκυριά. Σε μια περίοδο γενικευμένων ανατιμήσεων, η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι στάση διακυβέρνησης.
