ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Βενιζέλος κατά Μητσοτάκη: Το Άρθρο 86 ως πολιτικός καταλύτης και το τέλος της «θεσμικής ασυλίας»
Στην αίθουσα του «Κύκλου Ιδεών» δεν εκφωνήθηκε μια ουδέτερη νομική ανάλυση. Διατυπώθηκε μια ευθεία πολιτική προειδοποίηση. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, με τη γνώση και την εμπειρία του συνταγματολόγου που έχει διαχειριστεί κρίσιμες αναθεωρήσεις, έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη ριζικής αλλαγής του πλαισίου ευθύνης υπουργών, φωτογραφίζοντας ρητά ότι στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο οφείλουν να ελεγχθούν συγκεκριμένες πράξεις της σημερινής κυβέρνησης για υποκλοπές, Τέμπη, διαχείριση κονδυλίων και ό,τι άλλο προκύψει από τη Δικαιοσύνη.
Η διατύπωση ήταν σαφής. Η κοινωνία αξιώνει αλλαγή της διάταξης ώστε να ελεγχθούν ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης. Δεν πρόκειται για θεωρητική συζήτηση περί θεσμών. Πρόκειται για πολιτική τοποθέτηση με αποδέκτη το Μέγαρο Μαξίμου.
Το κρίσιμο σημείο δεν είναι αν μια αυστηρότερη ερμηνεία ή νέα αναθεώρηση μπορεί να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα. Το Σύνταγμα και οι βασικές αρχές του ποινικού δικαίου θέτουν σαφή όρια στην αναδρομικότητα. Ο ίδιος ο Βενιζέλος το γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Το ζήτημα είναι ότι μεταφέρει το πεδίο της επόμενης εκλογικής μάχης από την οικονομική διαχείριση και την κυβερνητική σταθερότητα στο πεδίο της θεσμικής λογοδοσίας.
Η Νέα Δημοκρατία είχε επενδύσει πολιτικά στην εικόνα της θεσμικής κανονικότητας και της διαχειριστικής επάρκειας. Με μια κίνηση, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αμφισβητεί ακριβώς αυτό το αφήγημα. Εισάγει στη δημόσια σφαίρα την ιδέα ότι η επόμενη Βουλή θα μπορούσε να συγκροτήσει προανακριτικές επιτροπές για το σύνολο της θητείας της σημερινής κυβέρνησης, εφόσον διαμορφωθούν οι απαιτούμενοι συσχετισμοί.
Η ουσία δεν είναι αν θα στηθεί αύριο Ειδικό Δικαστήριο. Η ουσία είναι ότι εγκαθιδρύεται πολιτικά η υπόνοια σοβαρών ευθυνών που δεν έχουν ακόμη κριθεί. Και όταν η υπόνοια αυτή φέρει την υπογραφή ενός κορυφαίου συνταγματολόγου, παύει να αντιμετωπίζεται ως κομματική ρητορική.
Για χρόνια, ένα τμήμα του εκσυγχρονιστικού Κέντρου παρείχε σιωπηρή ανοχή ή και στήριξη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ως ανάχωμα απέναντι σε περιόδους έντασης και ακραίας πόλωσης. Η τοποθέτηση Βενιζέλου διαμηνύει ότι αυτή η περίοδος έχει λήξει. Οι υποκλοπές, το δυστύχημα των Τεμπών και οι σκιές στη διαχείριση δημόσιων πόρων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επικοινωνιακές καταιγίδες που ξεπερνιούνται με τον χρόνο.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι προφανές. Αν η Νέα Δημοκρατία δεν επιτύχει αυτοδυναμία, οι συσχετισμοί της επόμενης Βουλής ενδέχεται να μετατρέψουν τη συζήτηση περί ευθυνών σε θεσμική διαδικασία. Όχι ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως εφαρμογή του ελέγχου που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει. Η λογοδοσία δεν είναι ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Είναι προϋπόθεση δημοκρατικής ισορροπίας.
Κυβερνητικά στελέχη ήδη κάνουν λόγο για κίνδυνο τοξικότητας και για απόπειρα δημιουργίας κλίματος ενοχής πριν υπάρξουν δικαστικές κρίσεις. Το επιχείρημα αυτό όμως συγκρούεται με μια απλή πραγματικότητα. Όταν υποθέσεις μείζονος θεσμικού βάρους απασχολούν την κοινή γνώμη και παραμένουν ανοιχτές, η απαίτηση για πλήρη και ουσιαστικό έλεγχο δεν μπορεί να βαφτίζεται υπονόμευση.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν ανακοίνωσε κατηγορητήρια. Έθεσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η επόμενη πολιτική σύγκρουση. Μετατόπισε τον άξονα από την επικοινωνιακή υπεροχή στην έννοια της ευθύνης. Και σε ένα πολιτικό σύστημα που για δεκαετίες ταλανίστηκε από την αίσθηση ατιμωρησίας, αυτή η μετατόπιση δεν είναι ουδέτερη.
Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αν επιβεβαιωθεί αυτή η γραμμή, δεν θα αφορά μόνο το ποιος θα κυβερνήσει. Θα αφορά και το ποιος θα ελεγχθεί. Και αυτό αλλάζει ριζικά τους όρους του παιχνιδιού.
